Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

«Αυτοί μπορούν να ζήσουν με 408 ... ολόκληρα ευρώ;»

Δυο απόμαχοι οργίζονται και ξεσπούν κατά των πολιτικών

σχολή ασωμάτων 408 ευρώ σύνταξη

Η επαφή του Γιάννη Μαθιουλάκη από το Νεύς Αμάρι και του Χαρίλαου Μανούσακα από τη Βισταγή στην ταβέρνα του Βασίλη Κλάδου στον κόμβο της Σχολής Ασωμάτων, είναι καθημερινή. Και οι δυο οικισμοί έχουν αδειάσει σχεδόν, από κατοίκους τα τελευταία χρόνια και το ραντεβού τους είναι καθημερινό το πρωί και οι συζητήσεις τους στρέφονται γύρω από τα γεγονότα της περιοχής και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας…

Καθένας του, απόμαχοι και οι δυο της δουλειάς, κουβαλάει και τη δική του ιστορία, αυτή που βίωσε στους καιρούς της πενίας και των δυσκολιών. Ο Μανούσακας, μια σεβάσμια μορφή, σήμερα στα 94 του χρόνια, όμως με ψυχικές αντοχές γεννήθηκε στη Βισταγή όμως η ρίζα του «φύτρωσε» στη σφακιανή γη, στην αγριάδα της Ίμπρου. Έμαθε τις κορφές του Ψηλορείτη από τα 20 του χρόνια, εκτρέφοντας στη χλωρίδα του κοπάδια από πρόβατα και κατσίκες, όμως μπήκε από τη μικρή του ηλικία και στην καλλιέργεια της γης ως αγρότης.

Τις δυσκολίες εκείνων των χρόνων τις ανάλωνε στα ιερά μυστήρια των βαφτίσεων και των γάμων,  βάζοντας  «λάδι σε είκοσι έξι νεοφώτιστα παιδάκια» στις επαρχίες του Αμαρίου, του Μυλοποτάμου και στα ανατολικά χωριά του Ρεθύμνου, και αλλάζοντας τα στέφανα σε δέκα ζευγάρια. « Η οικογένειά μου έφυγε από τα Σφακιά από την Ίμπρο και ήρθε στη Βισταγή. Ασφαλώς θα ξεριζώθηκε για λόγους βεντέτας, που ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο για τις  εποχές εκείνες . Έτσι βρέθηκα και εγώ στη Βισταγή και στο Αμάρι και συνέχισα τη ζωή μου. Άλλα τα χρόνια εκείνα, άλλα τα σημερινά! Σήμερα υπάρχει φτώχεια και κακομοιριά και οι πολλοί δυστυχούνε…», θα πει.

«ΕΚΑΝΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ…»

Και μπορεί ο Σφακιανός  Μανούσακας να βρήκε εύφορη γη και να κάρπισε στη επαρχία του Αμαρίου, όμως ένας άλλος Αμαριώτης από την άλλοτε πρωτεύουσα με την δυναμική κοινωνία το Νεύς Αμάρι, ο Γιάννης Μαθιουλάκης, υποχρεώθηκε να αλλάξει τη ζωή του φεύγοντας στην ξενιτειά στη Νότια Αφρική, εκεί που βρήκαν και άλλοι συγχωριανοί και συνεπαρχιώτες του μια διαφορετικότητα στη μιζέρια που τους χτυπούσε. «Όλα τα επαγγέλματα τα έχω κάνει», επισημαίνει ο ηλικίας 84 χρόνων Αμαριώτης. «Πραγματικά όλα, μόνο π….. που δεν έγινα!  Ήμουνα είκοσι οχτώ χρόνια τσαγκάρης  και μετά έφυγα στη Νότια Αφρική για είκοσι έξι χρόνια, όπου άνοιξα δικά μου μαγαζιά. Γύρισα και τώρα κάνω τον αγρότη και το Κράτος μου δίνει τόσα… πολλά λεφτά που δεν ξέρω τι να τα κάνω! Παίρνω… ολόκληρα 408 ευρώ, μου έκοψαν τα δώρα, μου έκοψαν και το βοήθημα της λουτροθεραπείας και μου λένε να ζήσω. Μπορεί να ζήσει με 408 ευρώ ο Στουρνάρας που βάζει στον πάτο τους ανθρώπους με αυτά που αποφασίζει; Μπορούν να ζήσουν με 408 ευρώ οι τριακόσιοι της Βουλής με την πλούσια ζωή; Μπορεί να ζήσει με 408 ευρώ και ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας; Ας έλθουν να δουν πως μας κατάντησαν και κανείς τους δε μας ρωτά! Ποιοι «έφαγαν» τα λεφτά του δημόσιου πλούτου και σε τι είδους δημοκρατία ζούμε;»

Με αυτά τα ερωτήματα και φορτισμένοι από το κλίμα των καιρών, πορεύονται όχι μόνο οι δυο Αμαριώτες αλλά και το σύνολο των ανθρώπων που «φυλάνε Θερμοπύλες» ακόμη στα χωριά της Κρήτης που ρημάζουν! Οι «φρουροί» συνεχίζουν να μένουν, παρατηρούν καθημερινά όσα αποκαλύπτονται για «το βίο και την πολιτεία των πολιτικών» και νιώθουν όσο ποτέ προδομένοι από «τα λόγια τα πολλά και τα μεγάλα»