Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

«Δεν θα γίνω καλύτερος άνθρωπος αν μάθουν το όνομά μου»

Η Niemands Rose, η γνωστή blogger, μιλάει στο MadeinCreta για το πρώτο της βιβλίο

τα φώτα στο βάθος βιβλίο παρουσίαση niemands rose

Η γνωστή blogger, η οποία διατηρεί εδώ και έξι χρόνια το blog "Του κανενός το ρόδο" εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Τα φώτα στο βάθος» (Εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ).

Με αφορμή το ταξίδι του νέου αυτού βιβλίου, η Niemands Rose μιλά στο MadeinCreta για τη συγγραφική της δραστηριότητα, τον… κόσμο των bloggers και την ψευδωνυμία που έχει επιλέξει συνειδητά.

Η Niemands Rose έχει γεννηθεί στο Ηράκλειο. Σπούδασε Κοινωνικές Επιστήμες στην Αθήνα και στο Λονδίνο και έχει συνεργαστεί με διάφορες εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις (την Ελευθεροτυπία, την Αυγή και τα «Ενθέματα», το μπαχάρ κ.ά.). Κείμενά της περιλαμβάνονται στο συλλογικό έργο Ανθολόγιον Ιστολόγιον (ψηφιακή έκδοση, 2012).

Πώς προέκυψε το βιβλίο;

Ξεκίνησα να γράφω από εννιά χρόνων, αρχικά ποιήματα, αργότερα στίχους, παραμύθια έπειτα και κατέληξα στην πεζογραφία. Επίσης, έγραψα και κατέθεσα μία διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ενώ ξεκίνησα να αρθρογραφώ πριν επτά χρόνια, αρχικά σε τοπική εφημερίδα και σήμερα στην Ελευθεροτυπία, στην Αυγή κ.λ.π. Με όλα αυτά, θέλω να πω πως η γραφή ήταν από πάντα συνυφασμένη με τη ζωή μου, και επιδόθηκα σε αρκετά είδη της. Το βιβλίο επομένως προέκυψε με πολύ φυσικό τρόπο μέσα από την πορεία μου, μετά από παρότρυνση ανθρώπων που κινούνται στον χώρο των εκδόσεων.

Γιατί επέλεξες το ψευδώνυμο;

Όταν το 2007 αποφάσισα να ανοίξω κάποιο blog με είχε συγκλονίσει η ποίηση του Παούλ Τσελάν, του γερμανοεβραίου ποιητή που έζησε τη θηριωδία των στρατόπεδων συγκέντρωσης των ναζί. Το Niemandsrose, που σημαίνει «κανενός το ρόδο» είναι φράση από ποίημά του και τίτλος συλλογής στα ελληνικά (εκδόσεις Άγρα). Στο social media συνηθίζεται η ψευδωνυμία για λόγους που δεν είναι εφικτό να αναλύσω niemands rose τα φώτα στο βάθος βιβλίοεδώ. Με δυο λόγια, η ψευδωνυμία στα blogs παρέχει σημαντική ελευθερία έκφρασης, πέρα από ταμπού, καθωσπρεπισμούς και στρογγυλεμένες πολιτικές θέσεις.

Απο κει και πέρα, θα ήθελα, με την ευκαιρία, να θυμίσω πως η χρήση ψευδώνυμου είναι κάτι που συνηθίζεται στην τέχνη και στα γράμματα. Αρκεί να αναφέρω ελάχιστα παραδείγματα από την ελληνική λογοτεχνία που έγραφαν σταθερά με ψευδώνυμο, όπως ο Κοσμάς Πολίτης, ο Καραγάτσης, ο Τσίρκας, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Μυριβήλης, η Μυρτιώτισσα κ.α., ενώ υπήρξαν συγγραφείς που χρησιμοποιούσαν πολλαπλά ψευδώνυμα, σύμφωνα με το βιβλίο του Κυριάκου Ντελόπουλου «Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα». Ενδεικτικά, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Χρήστος Χρηστοβασίλης εμφανίζονται με 38 διαφορετικές υπογραφές, Εμμανουήλ Ροΐδης με 33 και ο Κωστής Παλαμάς με 19 κ.α.

Δε σε ενδιαφέρει η αναγνώριση;

Αυτή η ερώτηση είναι πολύ εύστοχη, γιατί μου δίνει αφορμή να πω ότι η ψευδωνυμία προστατεύει τον συγγραφέα, κατά κάποιο τρόπο, από το τέρας της ματαιοδοξίας, με την έννοια ότι μπορεί να διαχωρίσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα από την καθημερινότητά του. Δεν είναι ανάγκη, για παράδειγμα, να κουβαλάω την αναγνώριση που μπορεί να έχω σε ένα τομέα της ζωής του σε άλλους τομείς. Δεν γίνομαι καλύτερος άνθρωπος έτσι.

Μίλησέ μου για τον κόσμο των bloggers. Είναι παρεξηγημένοι τελικά;

Δεν υφίσταται κανένας ξεχωριστός κόσμος που αποτελείται από συγκεκριμένο είδος ανθρώπων. Όποιος έχει πρόσβαση στο ίντερνετ και δεν έχει τεχνοφοβικές αναστολές μπορεί να συμμετάσχει στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στον ένα βαθμό ή στον άλλο. Αλλά όπως κάθε συστηματική συνάθροιση ανθρώπων είναι δυνατόν να δημιουργήσει δυναμικές ομάδας και κοινωνικού δικτύου.
|
Συγκεκριμένα για τα μπλογκζ, που με ρωτάτε, γνώρισαν σημαντική άνοδο πριν εμφανιστούν άλλες πλατφόρμες των σόσιαλ μήντια, όπως το facebook, το twitter κλπ. Πλέον, έχω την αίσθηση πως είναι μια μόδα που πέρασε και παραμένουν ενεργά τα μπλογκζ που είτε είναι ειδησεογραφικά ή ανήκουν στους κατεξοχήν γραφιάδες, αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να γράφουν.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

niemands rose τα φώτα στο βάθος βιβλίοΚαλοκαίρι. Καθώς χαράζει στο Άμστερνταμ, ένα πτώμα ξεβράζεται στις όχθες του ποταμού. Ένας Βραζιλιάνος μετανάστης πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της βρετανικής αστυνομίας. Η μέρα προχωράει. Καύσωνας και οχλαγωγία.

Μια ομάδα ακτιβιστών εισβάλλει σε κάποια πλαζ επιβάλλοντας ενός λεπτού σιγή. Σουρουπώνει. Από τον ορό τού γέροντα, που δεν περιμένει επισκεπτήριο, στάζει στάλα στάλα η μοναξιά.

Τη νύχτα, στη νότια Κρήτη, μια μαμά με το μωρό στην αγκαλιά προσπαθεί να διακρίνει τα φώτα της Λιβύης στο βάθος του ορίζοντα. Χειμωνιάζει, ένα χαλίκι θα σφηνώσει στους αρμούς του παπουτσιού της και θα βρει τη θέση του ανάμεσα σε μια συλλογή από βότσαλα.

Μία κυρία συλλαμβάνεται από τους σεκιουριτάδες ενός πολυκαταστήματος στο γιορτινό Δουβλίνο, καθώς κλέβει μια κασετίνα, ενώ ο υπερτυχερός ενός λαχείου κρεμάει την ταμπέλα hunger στο Στραντ τής μητρόπολης. Μια φανταστική πόλη μετατρέπει το χριστουγεννιάτικο κλίμα φιλανθρωπίας σε εξέγερση. Παρήλθαν αργίες μπελ επόκ. Ζωντανεύουν οι πολαρόιντ.

Χορεύουν σε παραπήγματα στην εξοχή τής Πρωτομαγιάς, στο χώμα το νωπό στην ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας, με φόντο συρματοπλέγματα σ’ ένα χωράφι της Ανάστασης, σε κάποια σαλοτραπεζαρία της Πρωτοχρονιάς, σε χορό εργαζομένων της Απόκριας. Η Ελπίδα, η μάνα του νάνου, χορεύει στην αυλή του χαμόσπιτου.

Ξημερώνει Κυριακή γκραν γκινιόλ.