Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Ένας άλλος Ψαραντώνης, τα πρόβατα και η θάλασσα…

«Καλλιά ‘χω τα παϊδάκια και τη στέρνα μου!»

παπαδοσηφάκης ψαραντώνης αγκουσελιανά

Του Μανόλη Παντινάκη

Πού θα πάει ο… Ψαραντώνης των Αγκουσελιανών όταν «πυρώσει» από τις υψηλές θερμοκρασίες; Φυσικά, όχι στη θάλασσα που δεν τον συγκινεί αλλά στο καφεταβερνείο της Νίκης στην πλατεία του χωριού για να δροσιστεί με αναψυκτικά! Πρώτα, θα πιεί την αμερικανόφερτη  κόλα κι ύστερα, εφόσον συνεχίσει να ζεσταίνεται, μια ντόπια λεμονάδα και μπορεί πιο ύστερα να πάρει και γκαζόζα!

Ο ήλιος στα βοσκοτόπια τον έχει… ροδίσει στο πρόσωπο και σε κάποια σημεία του πήρε τη φλούδα. Έχει αυθεντική φάτσα Κρητικού με γαλάζια μάτια, κατσαρά ξανθά μαλλιά, γενειάδα και φωνή με προφορά βουνίσιων, και την υψώνει χωρίς δισταγμό.

Είναι ο Αντώνης Παπαδοσιφάκης, που ενδεχομένως να προέρχεται από τη μεγάλη οικογένεια των Παπαδόσηφων της Κρήτης και αποκαλεί τον εαυτό του … «ρεπόρτερ του εξωτερικού γραφείου» και τέτοια «λαγωνικά» στο χωριό του μπορεί να είναι και εβδομήντα! Ο πατέρας του κατέβηκε από τα κακοτράχαλα της Αράδενας των Σφακίων στα πεδινά των Αγκουσελιανών, μπορεί τον περασμένο αιώνα για να επιβιώσει. Ίσως το μάτι του να «χόρτασε» το ξερό τοπίο της σφακιανής φύσης και να γύρεψε πεδιάδα. Εκείνο το μεσημέρι, πάντως, «βαφτίστηκε» … Ψαραντώνης των Αγκουσελιανών, λόγω της ομοιότητας με τον Κρητικό λυράρη…

παπαδοσηφάκης ψαραντώνης αγκουσελιανάΑυτός ο άνθρωπος  δε θέλει τη θάλασσα μα κι αυτή σπάνια να δει τα κάλλη του! Είναι ξεκάθαρος σήμερα στα 59 του χρόνια: «Έχω να μπω στη θάλασσα καιρούς πολλούς, χρόνια που δε τα μετρώ. Τη βαριούμαι τη-μ-παντέρμη… Σιγά μη-μ-πάρω το μηχανάκι να πάω στο-μ-Πλακιά να βουτήξω! Θα με «φάει» ο ήλιος μέχρι να πάω… Ήμουνε οικοδόμος αλλά έπαθα ζημιά στα χέρια, τα παραίτησα και κάνω γενικό… εμπόριο προβάτων».

«ΧΑΛΑΛΙ-Ν- ΤΩΝΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΑΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΟΥΝΕ…»

Κουβεντιάζοντας παρατηρείς ότι χιλιάδες και εκατομμύρια ξένοι έρχονται τα καλοκαίρια για να πάρουν ήλιο, και θάλασσα από την Κρήτη και ο ίδιος έχοντας την στα… πόδια του, της γυρίζει την πλάτη. Πως γίνεται αυτό; «Χαλάλι-ν-τωνε  η θάλασσα», απαντά. «Ας την καταπιούνε κι ούλη, δε με νοιάζει!»

-Μα και τα πρόβατα τα οδηγούν οι βοσκοί στη θάλασσα και τα πλένουν μετά τις κουρές. Πως, λοιπόν, τα βάζουν στο νερό οι βοσκοί και οι ίδιοι δεν μπαίνουν;- αντιτείνεις.

«Τα πρόβατα τα πήγαινε παλιά ο Τσιχλομανώλης μα εγώ δεν τα πήγα ποτές μου. Άμα τα κουρέψω μα και άμα καψωθούνε βάνω το λάστιχο στο υπόστεγο και τα πλύνω. Δε-μ-πάει στο διάολο για θάλασσα! Καλλιά ‘χω να πιω στση Νίκης δυο αναψυκτικά παρά να πάω. Γι'αυτό 'ρθα κιόλας επαέ μεσημεριάτικα. Εκαψώθηκα!»

Όλη η συζήτηση εκείνη τη ζεστή μέρα αφιερώθηκε στη σχέση του βοσκού με τη θάλασσα και αυτός δε θα αποτελούσε την εξαίρεση στη συνήθεια των ορεινών ποιμένων να βάζουν τα πρόβατά τους να… κολυμπούν κι αυτοί να κοιτάνε!«Γατέχω να κολυμπώ», διευκρινίζει «και το μπάνιο που έκαμα ήτονε το 1976 που ήμουνε φαντάρος στη Χίο, στο φυλάκιο που το ‘χανε δίπλα στη θάλασσα. Ύστερα δεν εξανάκανα…»

-Επομένως, αφού δεν κάνεις μπάνιο στη θάλασσα δεν κάνεις και γυμνισμό, έτσι δεν είναι;-

«Γυμνισμό κάνω, άμα πλύνομαι με το λάστιχο. Ίντα θέλεις να φορώ τα ρούχα και τα παπούτσα μου;»

-Αφού λοιπόν δε θέλεις τη θάλασσα, δε θα τρως και τα ψάρια!-

«Καλλιά ‘ναι τα παϊδάκια που δεν έχουνε κι αγκάθες! Για τα ψάρια δε μπουνταλιώ…»

-Αλήθεια, οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού δε σε σπρώχνουν στην παραλία;

«Μπάνιο γατέχω και άμα καψωθώ και δεν αντέχω μπαίνω στη στέρνα στο υπόστεγο, κάθομαι ανάσκελα στο νερό και τρείς ώρες και κουβεντιάζω με τσι φορδακούς απού δε λένε ψόμματα και δεν κοροϊδεύουνε. Εκατάλαβες;»

-Ναι, αλλά άλλο το νερό της θάλασσας κι άλλο το γλυκό της στέρνας…-

«Και δε τη γεμίζω με αλάτσι να κάμω το νερό θαλασσινό! Ποια θα ‘ναι ύστερα η διαφορά;»

Ολοκληρώνοντας, η συζήτηση… «θέλει δε θέλει» θα πάει στα σημερινά αδιέξοδα της κοινωνίας! Όταν, λοιπόν, ερωτάται αν ο ίδιος είναι αισιόδοξος αρνείται να απαντήσει και θα πει: «Μας δουλεύουνε ψιλό-γαζί και να δουλεύομεστανε και μεταξύ μας πάει πολύ! Φέρε το-γ-κερατά που φτωχαίνει το-γ-κόσμο επαέ να σκάφτει ούλη μέρα στον ήλιο και να μην έχει φράγκο να πάρει ένα-γ-κομμάτι ψωμί, να δει ίντα ωραία ‘ναι…»