Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Ένα χωριό χωρίς μετανάστες

Στο Πάνω Βαλσαμόνερο όλοι δουλεύουν στα βουνά και στα χωράφια

μαρία δαμανάκη πάνω βαλσαμόνερο καφενείο

Του Μανόλη Παντινάκη

Ένα χωριό στο δυτικό Ρέθυμνο, το Πάνω Βαλσαμόνερο, δε χρειάζεται χέρια μεταναστών και ούτε εκεί βρίσκονται μετανάστες. Οι 100 και πλέον κάτοικοι εργάζονται όλοι στις περιουσίες τους και δε χρειάστηκε «να ψάξουν εργάτες» και να δείξουν ότι είναι αφεντικά, όπως συμβαίνει αλλού! Ούτε είναι ρατσιστές.

Η κυρία Μαρία Δαμανάκη που διατηρεί καφενείο στην πλατεία του χωριού, είναι απόλυτη: «Κάναμε τη ζωή μας φτωχή γιατί είμαστε τεμπέληδες. Είχαμε πολυαπλώσει και στηριζόμαστε στους Αλβανούς και εδώ δεν έχουμε ξένους να δουλεύουν στα χωράφια ή στα κοπάδια μας. Όλοι οι χωριανοί δουλεύουν στις περιουσίες τους…»

Ξεκίνησε από το Ροδάκινο στους πρόποδες του «Κρυονερίτη», από την οικογένεια του Στρατή Γιανναδάκη και το 1962 έκανε το δικό της σπιτικό στο Πάνω Βαλσαμόνερο με το Γιώργη Δαμανάκη. Από τον γάμο τους ήλθαν έξι παιδιά και από αυτά μόνο το ένα, ο Πέτρος, έμεινε στο χωριό. Κι αν στο Κάτω Βαλσαμόνερο κυριαρχούν, αριθμητικά, στις οικογένειες οι Καλλιτσουνάκηδες, στο Πάνω έχουν την πρωτιά οι Βενιεράκηδες , που πριν 25 χρόνια περίπου θρήνησαν θύμα τους μέσα στα Δικαστήρια του Πειραιά, στην πολύκροτη υπόθεση που συντάραξε το πανελλήνιο. Τώρα, ευτυχώς, τα πράγματα έχουν καταλαγιάσει …

πλατεία πάνω βαλσαμόνερο
Η πλατεία του χωριού

Οι κάτοικοι εδώ είναι σχεδόν στο σύνολό τους κτηνοτρόφοι, χωρίς, βέβαια, να έχουν αποκλειστική απασχόληση την κτηνοτροφία. Ο πιο "αδύναμος" βοσκός βόσκει 50 πρόβατα και ο ισχυρός έως και 600 και οι ζωοκλέφτες δεν βρίσκουν… ψωμί! Βέβαια, το σημαντικό είναι ότι στη κτηνοτροφία έχουν εμπλακεί νέοι άνθρωποι, που παραμένουν κι αυτό δίδει προοπτικές.

Το θλιβερό, όμως, είναι ότι κάποιες οικογένειες στην πορεία του χρόνου χάθηκαν από το Πάνω Βαλσαμόνερο, όπως αυτές των Σφηνιάδων και των Μαλανδράκηδων, που προτίμησαν άλλο τόπο εγκατάστασης. Από τους τελευταίους που σφάλιξε την πόρτα στην πρώτη οικογένεια ήταν η Αθηνά Σφηνιά-Σηφάκη, που έφυγε στον αιώνα ζωής της.

ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ

Σε αυτή την κοινωνία των 100 ανθρώπων λειτουργούν στην πιάτσα τρία καφενεία. Και το ένα από τα αυτά, της κυρίας Δαμανάκη, μάλλον είναι για να βρίσκονται και να συζητούν παρέες γυναικών. Χωρίς να σημαίνει ότι αν εμφανιστεί και κάποιος πελάτης και ζητήσει καφέ ή αναψυκτικό ή ότι προσφέρει το καφενείο δεν θα του προσφερθεί. Παλαιότερα ήταν και μπακάλικο για την κάλυψη των μικροαναγκών των νοικοκυριών. Τώρα είναι μόνο καφενείο που «δεν βγάζει ούτε τα έξοδά του».

πάνω βαλσαμόνερο μαρία δαμανάκη καφενείοΚύρια, όμως, το στέκι είναι η βάση της καφεπώλισσας και εκεί μαζεύονται οι γυναικοπαρέες του χωριού και συζητούν για τα τρέχοντα και για άλλα θέματα. Λέει σχετικά: «Μου αρέσει ο διάλογος, δεν πάω πουθενά και γι αυτό καλώ τις γυναίκες του χωριού για κουβέντα. Οι μεγάλες γυναίκες έχουν φύγει από τη ζωή και εγώ δεν ένιωσα ποτέ παιδί και πάντα ήμουν με τις μεγάλες. Επεδίωκα να κάνω παρέα με την αδελφή του Ανδρέα του Σφηνιά του γιατρού, την Αθηνά τη Σηφάκη κι έπαιρνα τις συμβουλές της. Με έμαθε να κεντώ και να πλέκω κι αυτή κεντούσε μέχρι τα 95 της χρόνια…»

Από το 1963 και μετά η κυρία Δαμανάκη δεν θυμάται την εαυτή της να κάθισε! Με το σύζυγό της μέσα στον αγώνα της ζωής για να μεγαλώσουν τα έξι παιδιά τους. «Δεν είπα ποτέ ότι δεν μπορώ να τα καταφέρω», σημειώνει για τον πολύχρονο «Γολγοθά» που ανέβαινε. «Τρόμαζα και απογοητευόμουνα μόνο στις αρρώστιες και στα ατυχήματα και ήμουνα αφοσιωμένη στα παιδιά. Οι δουλειές δε με άφηναν να τα παίξω και να τα χαρώ! Έκανα όλες τις δουλειές στην αγροτιά και μόνο που δεν έσκαψα το χωράφι…»

Στους καιρούς μας για να θρέψεις έξι παιδιά είναι άθλος. Αλλά για τη μάνα της δεκαετίας του ’60 και ’70 στα χωριά της Κρήτης, ήταν μια… συνήθεια! Εκεί, έλεγαν, που θα μεγαλώσουν και τα δυο, θα μεγαλώσουν και τα τρία και τα τέσσερα και τα πέντε και τα έξι. Άλλωστε, δεν παίρνονταν και ... μέτρα προφύλαξης γιατί δεν είχαν εμφανιστεί ευρέως.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Με την εμπειρία του μισού αιώνα στη γέννηση και ανατροφή των παιδιών της καταλήγει σήμερα ότι «το πιο σπουδαίο στη ζωή του ανθρώπου είναι οικογένεια». Και το αιτιολογεί: «Πολλές φορές κάθομαι και λέω αν δεν είχα παιδιά ποια θα ήταν η ζωή μου; Δεν ξέρω αυτή η αγάπη και η έγνοια για τα παιδιά μου από πού πηγάζει. Από το σπίτι μου που κι εμείς ήμασταν πέντε αδέρφια, επειδή παντρεύτηκα μικρή; Έχω στο χωριό, κοντά μου τον Πέτρο και έρχονται βραδιές, με αυτές τις καταστάσεις που ζει ο κόσμος, και δεν κοιμάμαι. Ποιό να βοηθήσεις και πώς, που δεν έχω τη δύναμη να βοηθήσω κανένα. Παίρνω μια σύνταξη αγροτική και τίποτα άλλο. Το καφενείο δεν το δουλεύω και το κλείνω πολλές φορές…»

Για τις σημερινές μάνες τονίζει: «Έχω γίνει σκληρή με τις μάνες σήμερα, αλλά κάθε εποχή έχει και τα δικά της. Η γενιά η δική μας τράβηξε πολλά για να μεγαλώσει τα παιδιά της και δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ότι αντιμετωπίσαμε εμείς.

Στα παιδιά πρέπει να δίνουν καλή ανατροφή για να γίνουν χρήσιμοι στην κοινωνία. Έχουν παρουσιαστεί πολλοί εχθροί και χρειάζεται προσοχή από τους γονείς για να μάθουν τις συναναστροφές τους.

Τα δικά μου παιδιά είχαν σκληραγωγηθεί και τα σημερινά, δυστυχώς, δεν ξέρουν ούτε να περπατήσουν στα χωράφια…»