Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Βιρμανικοί Διαλογισμοί της στούπας Dhammayangyi

κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτης

Μια απογευματινή άποψη της κοιλάδας της αρχαίας Μπαγκάν

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Το ταξίδι στην Ελλάδα, είναι μια σχετικά πρόσφατη πολυτέλεια, μόλις μερικών δεκαετιών, που συνόδευσε την αντίστοιχη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των νεοελλήνων. Στα βάθη της μνήμης μου βρίσκεται αποτυπωμένη η εικόνα του ξένου τουρίστα να ποζάρει με μια φωτογραφική μηχανή στον ώμο δίπλα σε μια κολόνα κάποιου αρχαίου ναού. Ακολούθησαν τα καραβάνια των τουριστών σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας, αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο, με ότι συνεπάγεται αυτό ή για την ακρίβεια με όλα τα καλά και κακά επακόλουθα.  

Και βέβαια περνώντας τα χρόνια άρχισε η αντίστροφη ροή των πραγμάτων με τα στίφη των Ελλήνων τουριστών να επισκέπτονται αρχικά τις μεγάλες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μεγαλουπόλεις, το Λονδίνο, το Παρίσι και στη συνέχεια όλο τον κόσμο, μεταφέροντας το χαβαλέ, τη φασαρία και τις αγριοφωνάρες, με λίγα λόγια όλον τον νεοελληνικό τρόπο συμπεριφοράς και καθημερινό πολιτισμό τους, προκαλώντας αισθήματα απορίας των ξένων, τουλάχιστον των Ευρωπαϊκών χωρών, στην αρχή και την… καλύτερη γνωριμία στη συνέχεια.

κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτηςΣαν πρώτο ταξίδι στη μνήμη μου, περίπου στην ηλικία των τεσσάρων με πέντε ετών, έχει τη θέση του σίγουρα η διαδρομή από το Μοσχόφυτο (το χωριό του παππού μου, από τη μεριά του πατέρα μου), στην Πύλη  Τρικάλων (κωμόπολη στους πρόποδες της Πίνδου) με άλογα και μουλάρια αφού δεν υπήρχε τότε δρόμος και συγκοινωνία, κι από εκεί στα Τρίκαλα με κάτι παμπάλαια λεωφορεία που σήμερα κοντεύουν να εξαφανιστούν ακόμα κι απ’ τη μνήμη μου. Αναφέρομαι βέβαια στο τέλος της  δεκαετίας  του ’50!

Η διαδρομή  με τα μουλάρια, κρατούσε γύρω στις δώδεκα ώρες, γι’ αυτό ξεκινούσαμε γύρω στις τρεις με τέσσερις το πρωί και γινόταν μέσα από ανηφόρες, κατηφόρες, μονοπάτια, χαράδρες, έλατα και γκρεμούς διασχίζοντας κάθετα όλο τον Κόζιακα, αυτή την αφιλόξενη και άγρια οροσειρά της Πίνδου.

Αυτό το οδοιπορικό επαναλαμβανόταν δύο φορές το χρόνο, μέχρι που ανοίχτηκε  αγροτικός δρόμος, έκαναν την εμφάνισή τους κάτι ημιφορτηγά αυτοκίνητα πάνω στα οποία στοιβάζονταν άνθρωποι, ζώα, εμπορεύματα και βελτιώθηκαν κάπως τα πράγματα. Στιγμές ομολογουμένως απείρου κάλους για τα σημερινά πάντοτε δεδομένα, που μόνο σε μερικά κινηματογραφικά έργα που γυρίστηκαν σε τριτοκοσμικές χώρες μπορείς αν είσαι τυχερός να απολαύσεις!

κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτης

Απ’ τα επόμενα ταξίδια μου, πρέπει να αναφέρω τις ατέλειωτες διαδρομές με το ποδήλατο απ’ τα Τρίκαλα στα γύρω χωριά και κυρίως προς τις περιοχές της Καλαμπάκας και της Πύλης, κυρίως Κυριακές, παρέα με όλους τους  φίλους και συμμαθητές από τη γειτονιά.

Ξεκινούσαμε δέκα δεκαπέντε ποδήλατα απ’ τα Τρίκαλα και μέσα από χωματόδρομους το καταμεσήμερο τραβούσαμε σε διάφορες κατευθύνσεις χωρίς κανένα προορισμό, όπου μας έβγαζε ο δρόμος, συχνά πολλά χιλιόμετρα μακριά.

Ενδιάμεσα σταματούσαμε σε διάφορα χωράφια, αμπέλια, μποστάνια και ξεκουραζόμαστε τρώγοντας κάτω απ’ τα δέντρα ότι βρίσκαμε, συνήθως καρπούζια, πεπόνια, τομάτες και αγγούρια και γυρίζαμε αργά το βράδυ στα σπίτια μας ξεθεωμένοι.

 

Μερικά χρόνια αργότερα ακολούθησε η ετήσια εκδρομή μας, στην έκτη Γυμνασίου, στην Αθήνα και τα νησιά του Αργοσαρωνικού με επικεφαλής το λυκειάρχη μας απ’ το δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων, που τότε ήταν ο ξακουστός φιλόλογος κ. Ατζολετάκης, με καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης.

Κάναμε στάση, θυμάμαι, στην Αθήνα και είδαμε κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτηςότι μπορέσαμε να δούμε σε μια μέρα στην πρωτεύουσα. Την Ομόνοια, την οδό Πατησίων, την Ακρόπολη, το Μουσείο και κάποια άλλα αξιοθέατα που, για να είμαι ειλικρινής, μου είναι αδύνατον σήμερα να φέρω στη μνήμη μου.

Και βέβαια γνωρίσαμε και την κόρη του λυκειάρχη μας και μετέπειτα ηθοποιό και σταρ, τη Γωγώ Ατζολετάκη. Και μάλιστα με μπλε σχολική ποδιά, αφού ήταν κι αυτή μαθήτρια σε Γυμνάσιο της Κυψέλης. Και τις άλλες μέρες ακολούθησε το ταξίδι μας στα νησάκια γύρω απ’ την Αθήνα. Η Αίγινα με τον ναό της Αφαίας Αθηνάς, ο Πόρος κι η Ύδρα.

Το ταξίδι της ζωής μου  όμως, όπως και του κάθε ανθρώπου άλλωστε, ήταν μοναδικό και ταυτόχρονα μοναχικό!  Για μένα και μόνο για μένα, βέβαια! Αναφέρομαι στο διαδρομή Τρίκαλα-Θεσσαλονίκη με τραίνο, κάποιο μεσημέρι του καλοκαιριού του 1970. Τον μήνα Ιούνιο! Τότε που τελειώνοντας το 2ο Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων στα Τρίκαλα έφευγα μόνος μου για τη Θεσσαλονίκη, αφού εκεί ήταν το εξεταστικό κέντρο της περιοχής μου, παρέα με λίγα ρούχα και χρήματα, τα απαραίτητα βιβλία και βέβαια αρκετή δόση αγωνίας και 

κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτης

άγχους για την ανεύρεση σπιτιού, φροντιστηρίου  και όλων των άλλων στοιχειωδών αναγκών για την τρίμηνη εκεί διαμονή, ανάμικτα με  ικανοποίηση, χαρά για το καινούργιο, την ανεξαρτησία απ’ το σπίτι, τις απαραίτητες εισαγωγικές εξετάσεις και την πολυπόθητη είσοδο στο Πανεπιστήμιο, που τότε φάνταζε η μία και μοναδική  επιλογή μπροστά μου. Αλλιώς, στην αντίθετη περίπτωση, ξανά πάλι στην Ύδρα!

Αυτή τη φορά όχι για εκδρομή αναψυχής, αλλά για τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων του Εμπορικού Ναυτικού! 

Κάπως έτσι άρχισε αυτή η πορεία μου, απ’ εδώ κι’ απ’ εκεί! Στην Ελλάδα και το εξωτερικό! Δεν ξέρω όμως τι μένει στους περισσότερους απ’ τα ταξίδια τους και τα διάφορα μέρη πού επισκέπτονται και τι είναι αυτό που αλλάζει με την πάροδο του χρόνου.

κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτης

Πολλές από τις σημειώσεις, τους χάρτες, τις φωτογραφίες μου, μερικές φορές με βοηθούν να ξαναθυμηθώ ορισμένα πράγματα που είχα απωθήσει στο περιθώριο, κι άλλες φορές με μπερδεύουν ακόμα περισσότερο, που ίσως οφείλεται στο χρόνο που πέρασε και  στη διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων σήμερα. Φαίνεται πως αλλάζουμε κι εμείς, αλλά μάλλον αλλάζει κι ο κόσμος!

Ακόμα κι όταν πας στα ίδια μέρη, αλλιώς παρατηρείς πράγματα, τοπία, ανθρώπους απ’ ότι παλιότερα. Όταν είσαι είκοσι ή τριάντα ετών, διαφορετικά αξιολογείς τον τρόπο που ταξιδεύεις, τις αποστάσεις, τους ανθρώπους και τα μέρη που επισκέπτεσαι.

Έτσι δε σε ενδιαφέρει αν ταξιδεύεις ως φοιτητής όλη νύχτα με το τραίνο καπνίζοντας, λίγο σε νοιάζει αν χάλασε το τραίνο στον ορεινό Μπράλο μέσα στο καταχείμωνο και  κρυώνεις ή καθυστερήσεις μερικές ώρες να φτάσεις στον προορισμό σου, ίσα –ίσα το απολαμβάνεις και αρκείσαι στα απροσδόκητα της  στιγμής και στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται!

Δε σε ενδιαφέρει ακόμα αν έχεις εισιτήριο και πολλές φορές ούτε κι ο προορισμός. Έτσι μπορεί ξαφνικά να σε ξυπνήσει ένας συμφοιτητής σου, να κατεβείς Κυριακή πρωί στο λιμάνι του Πειραιά και να πάρεις το πλοίο ανεξάρτητα από τον προορισμό, για Ύδρα, Τήνο, Μύκονο, Σαντορίνη ή οπουδήποτε αλλού, αρκεί να φύγεις, χωρίς να ξέρεις πο'υ θα μείνεις ή πότε θα γυρίσεις.

Στα σαράντα σου βεβαίως δεν κυνηγάς περιπέτειες, αλλά στα πενήντα σού αρέσουν οι ανέσεις. Νιώθεις βαθιά μέσα σου ότι έχεις ήδη διανύσει μισό αιώνα, έχεις αφήσει πίσω σου πενήντα χρόνια ζωής και βέβαια ξέρεις καλά ότι σου μένουν πολύ λιγότερα! Και πολύ πιο διαφορετικά βέβαια απ’ αυτά που πέρασες!

Τα ταξίδια σου πρόσφεραν πολλές συγκινήσεις, πολλαπλασίασαν τις εμπειρίες σου, άλλαξαν πολλές εικόνες απ’ το βυθό των ματιών σου, ανθρώπους, ιδέες, νοοτροπίες, τρόπο ζωής, συμπεριφορές, φαγητά και όχι μόνο. Συλλογή εμπειριών, λοιπόν. Σίγουρα ναι! κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτηςΕκμετάλλευση του χρόνου, σίγουρα ναι!

Από δω και πέρα, τι όμως; Μάλλον σκέπτομαι πρέπει  να βρεις την κατάλληλη ισορροπία: να αρνείσαι να τον ακολουθήσεις και να σου επιβάλλει αυτός τους ρυθμούς του, αλλά απ’ την άλλη να γεύεσαι τους καρπούς της κάθε εποχής του μ’ όλες σου τις αισθήσεις.

Έτσι στα πενήντα σου κι ακόμα περισσότερο όσο πλησιάζεις τα εξήντα, νιώθεις πιο πολύ τον διπλανό σου, σ’ ενδιαφέρει περισσότερο το προσωπικό δράμα του άλλου, η ασθένειά του, οι καθημερινές ιστορίες των απλών ανθρώπων. Ταυτόχρονα προσπαθείς να εστιάζεις όσο μπορείς στις καλύτερες στιγμές, στα καλύτερα μέρη.

Τελευταία, αισθάνομαι βολικότερα στα ηλιοβασιλέματα, σαν να έχουν κάποια μυστική μαγνητική δύναμη, με ελκύουν πιο πολύ οι ανασκαφές της Πομπηίας έξω απ’ τη Νάπολη,  οι πεσμένες κολώνες των αρχαίων ναών, τα ερείπια των Ίνκας και των Μάγιας στην αντίπερα μεριά του Ατλαντικού και της θαμμένης Παλμύρας στη Συριακή έρημο. Πολλές φορές λέω μέσα μου: Γιατί, άραγε; Επειδή κάτι έμεινε πίσω τους και δεν ξεχάστηκαν; Ανθρώπινη συνηθισμένη ματαιοδοξία βεβαίως! Περνάει ο καιρός τελικά σκέφτομαι! Ή μήπως εμείς περνάμε άραγε; Αναρωτιέμαι!   

Ξαφνικά σταμάτησε, κάπως απότομα θα έλεγα, το σεργιάνι των σκέψεών μου από το σκούντημα του διπλανού μου, Κινέζου μάλλον, στον αριστερό μου αγκώνα που μου έδειχνε και προέτρεπε με κάτι ακαταλαβίστικα αγγλικά να φωτογραφίσω το ηλιοβασίλεμα. Βρίσκομαι εδώ και κάποια ώρα ψηλά, στη φαρδιά εξέδρα της στούπας Dhammayangyi, ενός βουδιστικού ναού ή τέμπλου, που βρίσκεται μέσα στην καρδιά της κοιλάδας της Μπαγκάν(Bagan), στην κεντρική Μυανμάρ. Είναι ο μεγαλύτερος και ογκωδέστερος από όλους τους ναούς της Μπαγκάν, ο οποίος χτίστηκεκατά τη διάρκεια της βασιλείας του Narathu (1167-1170), ο οποίος ήτανεπίσης γνωστός ως "Kalagya Min", δηλαδή ο "βασιλιάς που σκοτώθηκε από Ινδουιστές".  

Λέγεται ότι ο Narathu επέβλεψε ο ίδιος την απαιτητική αυτή κατασκευή και ότι οι κτίστες εκτελούνταν εάν έστω και μια βελόνα χωρούσε μεταξύ των τούβλων που είχαν τοποθετηθεί. Η όλη του δομή του ναού είναι κατασκευασμένη από κόκκινα τούβλα, οι πρώτες ύλες των οποίων βρίσκονται εν αφθονία στον περίγυρο.

Κατά τη διάρκεια της πλέον ένδοξης περιόδου του βασιλείου, κάπου δηλαδή μεταξύ του 11ου και του 13ου αιώνα, πάνω από 10.000 παρεμφερείς βουδιστικοί ναοί, παγόδες και μοναστήρια χτίστηκαν στην κοιλάδα της Μπαγκάν, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα  σώζονται μόνο περί τις 4400 σύμφωνα με κάποιους επίσημους, αν μπορεί να ισχυρισθεί τον όρο κάποιος, υπολογισμούς.  ΟDhammayangyi είναι ταυτόχρονα και ο ευρύτερος ναός τούτης της περιοχής, χτισμένος σε ένα σχέδιο παρόμοιο με εκείνο του γνωστότερου Ναού Ananda.   

κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτηςΟ Narathu, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο με τη δολοφονία του πατέρα του Alaungsithu και του μεγαλύτερου αδελφού του, προχώρησε στην ανέγερση ετούτου του ναού, πιθανώς για να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες που τον βάραιναν. Τα χρονικά της Βιρμανίας δηλώνουν ότι, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η κατασκευή του ναού, ο βασιλιάς δολοφονήθηκε από κάποιους Ινδουιστέςή άλλους εισβολείς, σύμφωνα με άλλες πηγές, καιέτσι δεν  ολοκληρώθηκε ποτέ.

Λέγεται ότι ο βασιλιάς Narathu ήταν πολύ δυσαρεστημένος από τις τελετουργίες των Ινδουιστών και ένας από αυτούς που έκαναν τις τελετές ήταν και η Ινδή  πριγκίπισσα που ήταν η κόρη του Pateikkaya, την οποία και εκτέλεσε για αυτούς ακριβώς τους λόγους. Ο πατέρας της πριγκίπισσας βεβαίως αναζήτησε εκδίκηση για την αθώα κόρη του και έτσι έστειλε οκτώ αξιωματικούς με μεταμφίεση Βραχμάνων οι οποίοι  και δολοφόνησαν  τον Narathu σε αυτόν τον πολύ ιερό ναό.

Ο ήλιος πράγματι έπεφτε απίθανα γρήγορα πίσω από τον ποταμό Ιραγουάντι, πέρα μακριά στη δύση, προς τη μεριά της Ινδικής χερσονήσου. Σκόνη, χρώματα, ορίζοντας, σκοτάδι, ανακατεύονταν και άλλαζαν πλέον σχήματα κατά το δοκούν στο χώρο. Όλοι οι επισκέπτες έφευγαν με μικρά αυτοκίνητα, με μηχανάκια, όπως μπορούσε ο καθένας και σήκωναν απίστευτες ποσότητες σκόνης από τους χωματόδρομους που  γέμιζε για τα καλά τον αχανή ορίζοντα. 

Οι επισκέπτες της στούπας μετά τις απαραίτητες αποτυπώσεις της στιγμής, άρχισαν σιγά-σιγά να μαζεύουν τις μηχανές με τους φακούς και τα σχετικά φίλτρα τους και να κατευθύνονται προς την απότομη έξοδο της ογκώδους βουδιστικής δομής. Τους κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτηςακολούθησα. Έπρεπε να γίνει σταδιακά και προσεκτικά από το ίδιο στενό πέρασμα που ανεβήκαμε, αλλά τώρα θα αποδεικνυόταν μάλλον δυσκολότερο λόγω του επικίνδυνου κατήφορου και του σχετικού συνωστισμού κι ίσως ακόμα να είχε τελειώσει και  το κεράκι που έκαιγε υπομονετικά σε μια γωνιά των σκαλοπατιών που μάλλον τοποθετήθηκε από κάποιον πιστό οπαδό του Βούδα, ως μικρή προσφορά προς τους συνανθρώπους του.

Το εσωτερικό άλλωστε του ναού ήταν σκόπιμα γεμάτο με μπάζα τούβλων πολλούς αιώνες για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα μόνο κάποια μέρη και οι εξωτερικοί διάδρομοι να είναι ελάχιστα προσβάσιμοι κι εκεί με σχετική προσοχή. 

Τα μικρά παιδάκια των εξωτερικών χώρων, παρατηρώ, έπιασαν δουλειά μόλις άρχισε η σταδιακή απομάκρυνση των περίεργων επισκεπτών που άρχισαν να καταφτάνουν τα τελευταία μόλις δύο χρόνια στα μέρη τους, κάπως κοιλάδα μπαγκάν σχορετσανίτηςελεγχόμενα θα έλεγα από πλευράς αριθμού από το ιδιόρρυθμο καθεστώς της χώρας τους, έναντι βεβαίως κάποιου μικρού νομίσματος από τους εθελοντές επισκέπτες.

Είναι επιφορτισμένα με τη συλλογή και αποκομιδή των μικρών σκουπιδιών και αντικειμένων που βρίσκονται πεταμένα και γεμίζουν ενοχλητικά το ναό και τον περίγυρο. Σε μερικές μόλις εκατοντάδες χιλιάδες ανέρχονται οι τουρίστες ετούτης της χώρας των εξήντα πια εκατομμυρίων, βουδιστικών κατά κύριο λόγο, ψυχών.  

Ρίχνω μια τελευταία ματιά προς τα πάνω κι αφήνω το ναό στους φυσικούς του προστάτες, τους δαίμονες, τους μύθους, το σκοτάδι που άρχισε για τα καλά να εμφιλοχωρεί στην ατμόσφαιρα και σε κάποια δηλητηριώδη φίδια και κόμπρες που θα παρουσιασθούν σε λίγο μέσα απ’ τα ξερόχορτα και τα χαλάσματα και που ο ανυπολόγιστος αριθμός τους  αιώνες τώρα προστατεύει αποτελεσματικά το ναό και τους Βούδες του!