Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Βουβός κινηματογράφος... μετά μουσικής!

Στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο

Της Κατερίνας Παντινάκη

Ακούγοντας για "βωβό κινηματογράφο" αναπόφευκτα στο μυαλό έρχεται ο Τσάρλι Τσάπλιν. Και η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι από τους μη "μυημένους" στον Κινηματογράφο μπορούν να ανακαλέσουν εύκολα άλλες ταινίες πλην αυτών με τον σπουδαίο πρωταγωνιστή. Κι όμως υπάρχει και ... ελληνικός βωβός κινηματογράφος, ακόμη κι αν πιστεύουμε ότι η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή ξεκίνησε από την εποχή του Αλέκου Σακελάριου.

Με αφορμή το διήμερο αφιέρωμα στον βωβό κινηματογράφο, που ξεκινάει σήμερα στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο, ο κριτικός και ιστορικός κινηματογράφου, Νίκος Τσαγκαράκης, μας μιλάει για την ιστορική περίοδο του Κινηματογράφου, από το 1895 ως το 1920, που - αναγκαστικά - λόγω διαθέσιμων τεχνικών μέσων, ήταν εφικτή μόνο η καταγραφή εικόνας και όχι ήχου.

Αναφέρεται στην εξαιρετική απήχηση που ο βωβός κινηματογράφος έχει ως σήμερα, ανά τον κόσμο, αλλά και στο αφιέρωμα που θα γίνει στο Ηράκλειο.

* Όταν ακούμε για βωβό κινηματογράφο, στο μυαλό μας έρχεται "αυτόματα" ο Τσάρλι Τσάπλιν. Πόσο διαδεδομένο είναι το είδος; Παράγονται και σήμερα ταινίες βωβού κινηματογράφου;

 

 Ο βωβός κινηματογράφος δεν είναι είδος, αλλά ιστορική περίοδος. Ξεκινάει από το 1895, χρονιά που εφευρέθηκε ο κινηματογράφος, και διαρκεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν εφευρέθηκε κι εδραιώθηκε ένας τύπος φιλμ που, εκτός από την εικόνα, μπορούσε να καταγράψει και ν’ αναπαράγει συγχρόνως τον ήχο, κάτι που ήταν αδύνατο τα προηγούμενα τριάντα χρόνια, με αποτέλεσμα οι ταινίες να προβάλλονται ‘βωβές’. Ωστόσο, για να αποφευχθεί η αμήχανη σιωπή την ώρα της προβολής και να ενισχυθεί το συναίσθημα της εικόνας, καθιερώθηκε η συνοδεία από ζωντανή μουσική, που μπορούσε να είναι οτιδήποτε από ένα πιάνο μέχρι ολόκληρη ορχήστρα, αναλόγως την οικονομική δυνατότητα του αιθουσάρχη.  

 

Πλέον δεν παράγονται βωβές ταινίες όπως εκείνη την εποχή, τουλάχιστον όχι στο πεδίο του αφηγηματικού κινηματογράφου που κυριαρχεί στις αίθουσες. Υπάρχουν ωστόσο εξαιρέσεις, όπως το βραβευμένο με 5 Όσκαρ «The Artist» (Μισέλ Χαζαναβίσιους, 2011) και η «Χιονάτη» («Blancanieves», Πάμπλο Μπερχέρ, 2012). Ακόμα κι αυτά όμως δεν αποτελούν παρά εκσυγχρονισμένες παραλλαγές, καθώς, παρότι δεν έχουν διαλόγους και ήχους περιβάλλοντος, διατηρούν τη δική τους μουσική επένδυση.

 

*Τί θέση έχει η Ελλάδα σε αυτό το είδος; Υπάρχουν ελληνικές παραγωγές;

 

Ο κινηματογράφος έφτασε στην Ελλάδα το 1896 μέσα από τις πρώτες προβολές που πραγματοποιήθηκαν τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς στην Αθήνα. Πέρα από τα ειδησεογραφικά φιλμ (ζουρνάλ) που άρχισαν να γυρίζονται σε ελληνικό έδαφος τουλάχιστον από το 1897, τα παλαιότερα γνωστά δείγματα μυθοπλαστικών ταινιών χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του 1910. Δυστυχώς σήμερα, λόγω έλλειψης πρωτογενών πηγών, δεν είμαστε ακόμα σε θέση να διαμορφώσουμε μια πλήρη εικόνα της ελληνικής βωβής παραγωγής. Ωστόσο όσες ταινίες και τεκμήρια έχουν επιβιώσει (μαρτυρίες, περιοδικά, διαφημιστικά φυλλάδια και φωτογραφίες), σχηματίζουν την εικόνα μιας ασθμαίνουσας εγχώριας παραγωγής, που υπέφερε από την έλλειψη κεφαλαίων και τεχνογνωσίας, τη βαριά φορολογία και τη διαρκή πολιτικο-οικονομική αναταραχή στην οποία βρισκόταν η χώρα κατά τον Μεσοπόλεμο. Μέσα σ’ αυτές τις αντίξοες συνθήκες, κατάφεραν παρόλαυτά να γυριστούν δεκάδες ταινιών μικρού και μεγάλου μήκους διαφόρων ειδών, όπως κωμωδίες, οπερέτες, βουκολικά, κοινωνικά κι αισθηματικά δράματα.

 

 

*Ο βωβός κινηματογράφος έχει "φανατικούς" φίλους, ανά τον κόσμο; Σαν είδος τέχνης, ποιο είναι το διαφορετικό που προτείνει - πέραν του προφανούς, φυσικά.

 

Ο βωβός κινηματογράφος έχει όντως φανατικούς φίλους σε όλο τον κόσμο, ενώ υπάρχουν και θεματικά φεστιβάλ αφιερωμένα σ’ αυτόν, όπως το San Francisco Silent Film Festival και το Globe International Silent Film Festival. Επειδή προέρχονται από την εποχή όπου ο κινηματογράφος ανακάλυπτε ακόμη τις εκφραστικές του δυνατότητες, οι βωβές ταινίες αποτελούν μια ριζικά διαφορετική αισθητική εμπειρία απ’ αυτή που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Ανανεώνουν κι εμπλουτίζουν το βλέμμα του θεατή μέσα από μία μεγάλη ποικιλία τεχνοτροπιών και κινημάτων που άνθησαν στη διάρκειά του, όπως η πρώτη κινηματογραφική πρωτοπορία, ο γερμανικός εξπρεσιονισμός και το σοβιετικό μοντάζ, αλλά και σπουδαίους δημιουργούς που ξεκίνησαν τότε την καριέρα τους όπως ο Καρλ Ντράγερ κι ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Ταυτόχρονα όμως με την ιστορία του κινηματογράφου, οι βωβές ταινίες ταξιδεύουν τον θεατή στο παρελθόν της κοινότητάς του, στενότερης ή ευρύτερης, αποτελώντας τεκμήρια ανεκτίμητης αξίας.

 

*Στο διήμερο βωβού κινηματογράφου, στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου, όμως, δε θα κυριαρχεί ... η σιωπή, θα υπάρχει και μουσική! Είναι "δική μας" πρωτοτυπία ή αποτελεί τάση;

 

Τους παραπάνω στόχους εξυπηρετεί η επιλογή των τεσσάρων ταινιών του αφιερώματος. Να συνδυάσει δηλαδή την ψυχαγωγία με τη γνώση, προσφέροντας στο τοπικό κοινό τη δυνατότητα ν’ ανακαλύψει την προπολεμική ελληνική παραγωγή, δείγματα της οποίας αποκαθίστανται και παρουσιάζονται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Οι θεατές θα έχουν επίσης την ευκαιρία να αφεθούν στην εγγυημένη απόλαυση που χαρίζει το ευρηματικό, αεικίνητο και ανθρωπιστικού χαρακτήρα χιούμορ του Τσάρλι Τσάπλιν, που, παρότι βρετανός στην καταγωγή, υπήρξε πρωτοπόρος του αμερικανικού βωβού κινηματογράφου. Ακολουθώντας μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική, και καθώς οι βωβές ταινίες αποκτούν εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα όταν επενδύονται με ζωντανή μουσική, έτσι κι οι δικές μας θα συνοδεύονται από την πιανίστα Victoria Fjoralba Kiazimi, αναβιώνοντας σ’ έναν βαθμό την πρωτότυπη ατμόσφαιρα μιας βωβής προβολής.