Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Εγγονή με… αέρα έμπειρης μανάβισσας!

Από γενιά σε γενιά μεταφέρονται οι καλύβες με τα κηπευτικά στο Πάνορμο

μιχάλης σκαρβελάκης εμποροκαλύβες φερενίκη μανάβης

Απ’ όλα έχει η καλύβα, παραγωγή της οικογένειας

Του Μανόλη Παντινάκη

Φέτος, ο αγρότης  Μιχάλης Σκαρβελάκης από το Ρουμελί Μυλοποτάμου στα 75 του χρόνια, παράδωσε στην κόρη του και στο γαμπρό του την εμποροκαλύβα των κηπευτικών στην ευθεία του Πανόρμου στον εθνικό δρόμο Ρεθύμνου-Ηρακλείου και πλέον έχει… επικουρικό ρόλο στη λειτουργία της μικρής επιχείρησης. Τα ηνία ανέλαβαν οι εγγονές του μαθήτριες Φερενίκη και Αγγελική Λαγουδάκη, κυρίως όμως, η πρώτη, που υποδέχεται με τον… αέρα της έμπειρης μανάβισσας τους πελάτες, ξένους και ντόπιους, τους ζυγίζει τα οπωροκηπευτικά που επιλέγουν, κάνει το λογαριασμό, δωρίζει και… ξυλάγγουρα στο πλαίσιο της ανταπόδοσης της προτίμησής τους  μιχάλης σκαρβελάκης εμποροκαλύβες φερενίκη μανάβηςκαι… εισπράττει!

Ο παππούς Σκαρβελάκης στις συναλλαγές από τη θέση του μέσα στην καλύβα, απλά παρακολουθεί ως… διευθυντής, δεν επεμβαίνει στη διαχείριση που ασκεί η μικρή  και το βράδυ, όταν όλοι οι άλλοι θα έχουν φύγει για τα σπίτια τους στο χωριό, εκείνος θα διανυκτερεύσει στον ιδιαίτερο χώρο της επιχείρησης ως φύλακας, για να προλάβει ή να αποτρέψει κλοπές των αγροτικών προϊόντων. Την επομένη το πρωί θα εφοδιαστεί τα αγροτικά αγαθά που έχουν πωληθεί και δεν υπάρχουν για διάθεση και η μέρα θα κυλήσει όπως και την προηγούμενη…

Αυτή η καλύβα, η πρώτη της ευθείας του εθνικού δρόμου προς το Ηράκλειο, είναι μια από τις πέντε που άνοιξαν με το πού δόθηκε στην κυκλοφορία ο εθνικός δρόμος το 1975.

Το εγχείρημα του πατέρα του Κώστα ακολούθησαν και άλλοι τέσσερις αγρότες-παραγωγοί της περιοχής, οι Γιάννης Αντωνάκης, Γιάννης Κοκολάκης, Νίκος Πατηράκης και Μανώλης Ψωμάς.

Την επόμενη χρονιά ακολούθησαν και άλλοι, τη μεθεπόμενη ο αριθμός αυξήθηκε και έφτασε τα τελευταία χρόνια να βρίσκονται κατά μήκος της ευθείας, δεξιά και αριστερά, έως την είσοδο του χωριού Σκεπαστή, συνολικά δέκα έξι καλύβες με τα προϊόντα των κοντινών χωριών.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ…

Η καλύβα με τα κηπευτικά λειτούργησε από το 1975 έως το 1996 από τον Κώστα Σκαρβελάκη. Με τον θάνατό του, πέρασε στα χέρια του γιού του Μιχάλη και από φέτος μεταφέρθηκε στην επόμενη γενιά, ουσιαστικά, όμως, στην… μεθεπόμενη! «Πέθανε ο πατέρας μου το μιχάλης σκαρβελάκης εμποροκαλύβες φερενίκη μανάβης1996 και πήρα εγώ την καλύβα», λέει ο κ. Σκαρβελάκης. «Από τότε μέχρι σήμερα τη δουλέψαμε με τη γυναίκα μου Αγγέλα και τώρα την παραδώσαμε στην κόρη και στο γαμπρό μου. Εμείς απλά βοηθάμε και πάντα πουλούσαμε ότι βγάζαμε από το χωράφι, καρπούζια, πεπόνια, χόρτα, ντομάτες, αγγούρια, πιπεριές, μελιτζάνες, φασόλια και ότι άλλο παράγαμε. Όλα τα προϊόντα είναι δικής μας παραγωγής και οι τιμές που τα πουλάμε είναι χαμηλότερες από εκείνες στις αγορές των πόλεων…»

Και μπορεί οι υπαίθριοι λιανοπωλητές των κηπευτικών να υποστηρίζουν ότι οι τιμές διάθεσης των προϊόντων τους «είναι χαμηλότερες από εκείνες των αγορών», ωστόσο υπάρχουν και φωνές καταναλωτών που επιμένουν ότι «οι διαφορές είναι ελάχιστες» και οι καλύβες «είναι κράχτης για όσους δεν γνωρίζουν».

Ο παραγωγός είναι κατηγορηματικός στην άποψή του: «Εμείς ανοίγουμε κάθε καλοκαίρι τον Ιούνιο και κλείνουμε το Σεπτέμβριο, όταν ανοίξουν τα σχολειά. Το μεροκάματο πότε βγαίνει και πότε δεν βγαίνει! Λυπούμαστε να δώσουμε τα προϊόντα μας στις τιμές που θέλουν οι έμποροι γιατί τότε δεν θα βγάζαμε ούτε το κόστος παραγωγής. Είπαμε, λοιπόν, εμείς οι ίδιοι που τα παράγουμε να τα πουλάμε για να ωφελείται ο καταναλωτής. Όχι όμως και να σου ζητά το καρπούζι ο έμπορος δέκα λεπτά!»

«ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ΑΝΟΙΞΩ…»

Και ενώ στη δεκαετία του ’90, ειδικά δυο καλοκαίρια, «δούλεψαν καλά», το μεροκάματο ήταν σημαντικό και ορισμένοι από τις καλύβες μιχάλης σκαρβελάκης εμποροκαλύβες φερενίκη μανάβηςκατάφεραν να κάνουν περιουσίες, τα τελευταία χρόνια «τα πράγματα έχουν σφίξει» και οι καταναλωτές, Έλληνες και  ξένοι, στις αγορές τους ακόμα και των αγροτικών προϊόντων, λειτουργούν συγκρατημένα και με περίσκεψη.

Θέλοντας να δώσει την εικόνα της σημερινής πραγματικότητας τονίζει: «Από το πρωί και μέχρι τώρα, 2.30 το μεσημέρι, σταμάτησαν τρεις πελάτες και ψώνισαν και αυτοί, πιο πολύ οι ξένοι πήραν μετρημένα πράγματα! Ο κόσμος δεν έχει λεφτά και όσοι έχουν τα ξοδεύουν αποκλειστικά και μόνο για τα καθημερινά και δεν κάνουν περιττές αγορές. Η κρίση από τότε που άρχισε μας έχει πιάσει όλους! Τα λιπάσματα και τα αγροτικά εφόδια έχουν πάει στα ύψη και εμείς πώς θα βγούμε; Δεν αξίζει τον κόπο να έχεις καλύβα και του χρόνου δεν ξέρω αν θα την ανοίξω…»

Ωστόσο, οι υπαίθριες εμποροκαλύβες στην ευθεία του Πανόρμου, είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να κλείσουν τα επόμενα χρόνια, και δεν θα σταματήσουν να βάζουν στις ξύλινες προθήκες τους τα προϊόντα της περιοχής για πώληση στους περαστικούς οδηγούς που κατευθύνονται προς Ηράκλειο και Ρέθυμνο. Θα κλείσουν μόνο όταν… πάψει το πανορμίτικο χώμα να μεγαλώνει τα γνωστά εύγεστα καρπούζια και πεπόνια και τα άλλα κηπευτικά…