Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Η κερά Ντουντού

Επιμέλεια: Κωστής Ι.Γ. Καλλέργης

Στά ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ πού μεγάλωσα....

Γεωργίου Ν. Καλλέργη
Τού μεγάλου Παραμυθά τής Λούτρας .

Η κερά Ντουντού

Μιά φορά κι ένα καιρό ζούσε σέ μιά Πολιτεία μιά κόρη ,κάπως προχωρημένης ηλικίας ,μεγαλοκοπέλα δηλαδή ,αλλά παμπόνηρη πανέξυπνη καί πολύ κατεργάρα.
Δέν εδούλευενε καθόλου, μόνο επέρνανε τόν καιρό τζη μέ κατεργαριές.
Στήν Πολιτεία λοιπόν πού έμενενε ήταν κι ένας Χότζας.
Μιά μέρα πού λές ,πάει η κερά Ντουντού καί βρίσκει τή Χότζαινα ...
Ώστε νά τή δεί η Χότζαινα τήν νε καλοδέχτηκενε.
-Καλώς τήν κερά Ντουντού!  Μά είντα εγίνηκες κι εχάθηκες  απού τόν απάνω κόσμο;
Λέει αυτή.....
-Είντα νά σού πώ Χανούμ Εφέντη μου ,απού ´χω πολλές δουλειές, και καμμιά φορά δέ μού μένει καιρός μουδέ νά φάω,πού λέει ο λόγος...
- Κι είντα δά δουλειές έχεις απατή σου ,απού οξωτάρικες δουλειές δέν κάνεις.....
- Λέει η Ντουντού :
- Έχει μου η Βεζύραινα καμμιά διακοσαρέ κοτόπουλα δοσμένα και των νε μαθαίνω τήν γλώσσα, γιατί ετσά πού δέν έχει κοπέλια, θά περνά η ώρα τζη νά κουβεντιάζει μαζί μέ τσ´όρθες....
- Όφου καλορίζικη σάν είν´ετσά, νά σού δώσω κι εγώ καμμιά διακοσαρέ κοτόπουλα.
- Ναί καλότυχη μά θένε λέω καί τήν θροφή ντων νε....
- Είντα γιά τσίφρα μέ πέρασες κερά Ντουντού;
Πιάνει ντελόγο η Χότζαινα και τσή γεμίζει ένα μεγάλο κάρο ασπρόσταρο καί τσή δίνει καί διακόσια κοτόπουλα καί τά πάνε οι χαμάληδες και τά αφήνουνε στό σπίτι τση κεράς Ντουντού.
Απής αποχαιρέτηξενε τή Χότζαινα η κερά Ντουντού, επήγενε στό σπίτι τζη κι ως εσυνήθιζενε νά κάνει κάθε μέρα, ετσά καί σήμερο έκατσενε απέναντι από τόν καθρέπτη και τού λεγενε βλέποντας τήν απατή τζη:
Αφερίμ κερά Ντουντού......
Κοτόπουλα δέν είχες! κοτόπουλα απόλαψες!
Ασπρόσταρο δέν είχες ! ασπρόσταρο απόλαψες.
Άφεριμ κερά Ντουντού......
Κάθε μέρα λοιπόν έσφαζενε αυτή κι από ένα κοτόπουλο και τό τρωγενε του καλού καρού.
Απής ελιγοστέψανε γιά τά καλά, σηκώνεται καί πάει πάλι στή Χότζαινα.
Τήν νε καλωσορίζει αυτή ως τής είδενε:
-Καλώς την κερά Ντουντού!!
Καιρό χες νά φανείς..
Κι εδά Χανούν Εφέντη μου αν δέν  μου ετέλειωνενε τό στάρι δέν ήρχουμουνε!
Μά ´ναι λίγο μπλιό....
Λέει  αυτή!
-Εγώ θά σού δώσω κερά Ντουντού κι άλλο, μόνο πές μου..
Πώς πάνε οι μαθήτριές σου;
-Όφου Χανούμ Εφέντη μου παράξενα πράμματα πού λένε....
Δεν ξεκαθαρίζουν βέβαια ακόμη καλά , μά ούλη την ώρα λένε !
«Βεζύρη Χανούμ! Βεζύρη Χανούμ!»
Η κερά Ντουντού εκάτεχενε  πώς η Χπότζαινα αγάπανε και καλόβλεπενε τόν Βεζύρη..... κι η Χότζαινα ετρομοκρατήθηκε νε πώς θα ξεμασκαρωθεί τό μυστικό τζη απού τσί εμιλιές τών ορνίθων....
Ετσά γυρίζει η Χότζαινα καί τσή λέει..
-Πάρε ακόμη κερά Ντουτού μου ένα κάρο ασπρόσταρο, πάρε ακόμη καί διακόσιες όρθες νά τσί σφάζεις κακορίζικη  νά τσι τρώς νά καλοπερνάς και νά μή μού γιαείρεις καμμιά οπίσω.
Δέν τσί θέλω. Χαλάλι σου!!
Φεύγει η κερά Ντουντού μά μόλις φτάνει στό σπίτι τζη, θωρεί μια
 Κηδεία  κι επερνούσανε ένα μωρό κι επηγαίνανε νά τό θάψουνε.
Επαρακολούθησε νε λοιπόν αυτή τήν κηδεία και τό βράδυ επήγενε τή νύχτα κι επήρενε τό παιδάκι από τό μνήμα.
Τήν άλλη μέρα πρωΐ- πρωΐ παίρνει η κερά Ντουντού τό κοπελάκι αγκαλιά σ ένα καλαθάκι μωρουδιακό καί πάει σ ένα εμπορικό.
Βάζει τό κοπελάκι  στή μέσα- μέσα μπάντα τού μαγαζιού, τάξε πώς εκοιμούμντονε κι ύστερα βάζει καί τσί κατεβάζουνε πεντέξε τόπια  πανιά από τά ακριβότερα γιά νά τσί κοψουνε  δείγματα νά διαλέξει τάχα η κερά τζη.
Σέ κάμποση ώρα κι αφού εκαμώθηκε, ότι από τά κομματάκια δεν θα
 μπορούσε νά καταλάβει η κερά τζη ποιό ν διαλέξει παίρνει τά τόπια τό πανί και λέει.
-Επά θ αφήσω τό μωρό μά κοιμάται τού καλού καιρού  νά πεταχτώ ως τό σπίτι νά διαλέξει η κερά μου όποιο τόπι τσή  κάνει.
Απού τό μαγαζί, παρά τό ότι δέν τήν εγνωρίζανε, δέν εφέρανε καμμιά αντίρρηση, μιάς καί θ άφηνενε τό κοπέλι εκειδά.
Σέ μιά ολιά ώρα επιστρέψει καί των νε  λέει :
Θά πάρω θέλει ακόμη ένα-δυό τόπια, μόνο νά πάω νά βυζάξω τό κοπέλι μου γιατί ´ναι ώρα νά φάει.
Μά μόλις εμπήκενε στήν μέσα μπάντα του μαγαζιού σέρνει φωνή μεγάλη, κι απόης αρχίνηξε νε καί τζαγκουρνομαδιούντονε καί φώναζε νε:
-Όφου τό κοπέλι μου κι εκρούψετέ μου το !
Φονιάδες τό κοπέλι μου!
Είντα τού εκάματε και τό ξεκάματε;
Τό κοπέλι μου έφυγα τ άφηκα επαέ εφτάγερο καί γιάειρα καί τό βρήκα σκοτωμένο...
Να ειδοποιήσετε τήν Αστυνομία!! Τήν Αστυνομία...
Όφου παιδί μου αδικοσκοτωμένο μου.....
Καί δόστου καί τζαγκουρνομαδιούντονε.....
Πιάνουν την νε λοιπόν από τό μαγαζύ και τσή λένε:
-Κακομοίρα μου ! Εγίνηκεν απού γίνηκεν .
Ως κι αν φωνάζεις δέν ξεγίνεται, μόνο πάρε ακόμη μερικά τόπια πανιά, νά σού δώσουμε κι εκατό χιλιάδες δραχμές.......νά πάς στή δουλειά σου!!
Εμέρωσε νε γιαμιάς η κερά Ντουντού κι επαρηγορήθηκε νε με τά λεφτά καί τά τόπια τά πανιά κι εσυβάστηκενε νά φύγει καί νά μή δώσει συνέχεια....
Παίρνει πού λέτε η κερά Ντουντού τά λεφτά καί τά τόπια τό πανί καί τό καλαθάκι μέ τό κοπελάκι και πάει πάλι στό σπίτι τζη .
Σάν ενύχτωσενε επήρενε πάλι τό κοπελάκι καί τό θαψενε στόν ίδιο τόπο , και γυρίζει στό σπίτι τζη κι αρχινά τόν ίδιο διγαβρέ......
«Άφεριμ κερά Ντουντού....
Κοτόπουλα δέν είχες ! Κοτόπουλα απόλαψες!
Κοπέλι δέν είχες! Κοπέλι απόχτησες!
Υφάσματα δέν είχες! Υφάσματα απόλαψες.
Λεφτά δέν είχες! Λεφτά απόλαψες!
Άφεριμ κερά Ντουντού»
Κι ύστερα πάλι λέει μέ τόν νού τζη.
Ήντα εγώ εδά είμαι πλούσια ....
Δέν κάνω καί κανένα ταξιδάκι στό Εξωτερικό νά ξεδώσει κι ο  νούς μου λιγάκι; Να ιδώ μαθός κι εκειά πώς περνούνε οι γι αθρώποι;
Μπαίνει λοιπόν σ ένα Πλοίο καί κατά τύχη την νε βγάνει σέ μιά Πολιτεία καί ήτανε κείνη να τήν ημέρα κατά διαόλου τύχη  αποθαμένη η Βασίλισσα τού Κράτους.
Πιάνει λοιπόν η κερά Ντουντού και μαθαίνει ως καί τήν ημερομηνία απού παντρεύτηκενε...Πόσα αδέλφια είχενε...Κι ό,τι άλλο μπορούσε να τσή φανεί χρήσιμο γιά τό σχέδιό τζη, καί πιάνει και πάει καί  σ ένα οίκο Ετοίμων Ενδυμάτων καί κοκεταρίζεται Βασιλικά, εννοείται όλα μέ βαρύ πένθος κι ύστερα παίρνει καί μιά  λαμπάδα  πολύ μεγάλη και ξεκινά μιά και δυό γιά τό Παλάτι....
Μόλις έφταξενε στό Παλάτι έπεσενε κάτω κι έκανενε τήν λιγομαριασμένη. Αμέσως ο γιατρός τού Παλαθιού τσή καμενε μιά ένεση τσή καρδιάς γιά νά συνέλθει, κι αφού συνήλθε μετά από λίγη ώρα σηκώνεται και πάει και ρίχνεται πάνω στό φέρετρο κι έκανενε πώς εμοιρολογούντονε τήν ξαδέρφη τζη τάχα,
-«Αχι κι όφου ! αγαπημένη μου ξαδέρφη απού δέ σέ πρόκαμα  ζωντανή....
Όφου ! Ξαδέρφη μου απού μού γραφες γιά την αρρώστια σου ότι δέ σηκώνει αναβολές κι εγώ η σκύλα δέ τό πίστευα....
Φέρτε μου ένα ψαλίδι νά κόψω τά μαλλιά μου ξαδέρφη μου να τά κρατάς ενθύμιο, μά εγώ δέν κάνω δίχως σου καί θά ν έρθω νά σε βρώ ογλήγορα.»
Κι άειντε πάλι νά κάνει πώς λιγομαριάζεται....
Παίρνει την νε  ο γιατρός μέ τό ζόρι γιά νά μή πάθει πράμμα καί τήν νε πάει σέ άλλο δωμάτιο και κάτσανε οι γυναίκες και τσή κάνανε συντροφιά όξω από εκειά πού ήτονε τό λείψανο κι ο Βασιλιάς μαζί πού ήταν απορρημένος μέ τήν τόση βαρειά θλίψη τής άγνωστης γι αυτόν εξαδέλφης τής Βασίλισσας γυναίκας του.
Όλοι είχανε να τό κάμουνε γιά τήν αγάπη που έδειχνε πώς είχενε στήν εξαδέλφη τζη.
Ήρθενε η ώρα κι εθάψανε τή Βασίλισσα.....
Τήν κερα Ντουντού δέν την εταράξανε καθόλου γιατί είχενε λέει νευρικό κλονισμό. Έτσι είπενε ο Γιατρός τού Παλατιού...
Σάν εγιαγείρανε απού τήν κηδεία, λέει η μάνα τού Βασιλιά στό γυιό τζη.
-«Νά την νε κρατήξομενε παιδί μου τήν ξαδέρφη σου μιάς κι ευρέθηκενε επαδά ως τά σαράντα, μιάς κι ήρθενε από τόσο αλάργο κόσμο, νά τήν νε φιλοξενήσουμενε.»
Συμφώνησε κι Βασιλιάς.
Ετσά , τήν άλλη μέρα η κερά Ντουντού πού ετοιμάζεται νά φύγει ,τση λέει η μάνα του Βασιλιά  κι ο Βασιλιάς μαζί.
-«Μή φύγεις ξαδέρφη ως τά σαράντα τσή εξαδέλφης σου!»
Κι αναγκάσανε την κερά Ντουντού νά μείνει.
Στό διάστημα όμως τών σαράντα ημερών έκανενε αυτή μεγάλες περιποιήσεις στή μάνα τού Βασιλιά καί στόν ίδιο......
Σάν εγίνηκενε λοιπόν τό μνημόσυνο τό  σαραντάημερο, λέει η μάνα τού Βασιλιά στόν Βασιλιά.
-«Υγιέ μου ...εσύ ως κι αν πονείς και υποφέρεις θά πρέπει παιδί μου νά ξαναπαντρευτείς αργά η γλήγορα.
Αϊντες ,πιάσε παιδί μου  νά παντρευτείς τήν ξαδέρφη σου μά καλή ναι καί μάς αγαπά κιόλας.»
Κάνουνε πού λέτε τήν πρόταση στήν κερά Ντουντού....
Αυτή στή αρχή έσυρενε μέγα σύθρηνο ....
-«Όφου ξαδέρφη μου αγαπημένη και καλλιά σφαή καί θάνατος παρά νά πάρω εγώ τή θέση σου στό Παλάτι!
Όξω ξαδέρφη μου αν θά ευχαριστιέται ετσά η ψυχή σου όπως μού ορμήνεψες εψές τό βράδυ, που με ονείρεψες και μού δινες άσπρα λουλούδια κι έκλαιγες καί μέ παρακαλούσες νά τιμώ νά σέβομαι και ν αγαπώ τόν άντρα σου τό Βασιλιά καί τήν πεθερά σου τήν Βασιλομήτορα...
Αχι ξαδέρφη μου κι εξεδείλιανε το όνειρό μου !
-Ε! Θωρείς εδά ; τσή λένε μάνα καί γυιός πού δέ θέλεις νά γίνεις Βασίλισσα...
-Αφού κι η ίδια η ξαδέρφη σου τό θέλει πολύ !
Πιάνει λοιπόν η κερά Ντουντού καί αποδέχεται τήν πρόταση καί γίνεται Βασίλισσα.
Όμως τό κακό συνηθειό τζη δέν τό κοψενε..... και δέν τό ξέχασενε.
Μιά μέρα βγαίνει στόν οντά τζη καί κάθεται πάλι απέναντι στόν καθρέφτη τζη  κι αρχίνηξενε πάλι τό βιολί-βιολάκι τζη  :
«Άφεριμ κερά Ντουντού....
Κοτόπουλα δέν είχες ! Κοτόπουλα απόλαψες!
Ασπρόσταρο δέν είχες ....ασπρόσταρο απόλαψες
Κοπέλι δέν είχες! Κοπέλι απόχτησες!
Υφάσματα δέν είχες! Υφάσματα απόλαψες.
Λεφτά δέν είχες! Λεφτά απόλαψες!
Ξαδέρφη Βασίλισσα δέν είχες....Ξαδέρφη Βασίλισσα απόχτησες!
Βασίλισσα δέν ήσουνε ....Βασίλισσα εγίνηκες....
Άφεριμ κερά Ντουντού... Άφεριμ κερά Ντουντού!!»
Η πεθερά τζη όμως πού τήν επαρακολούθειενε απόρησενε με τα λεγόμενα τση νύφης τση και τσή κάνει:
-Ήντα παλαβωμάρες είν αυτές πού λές παιδί μου;
Εξαφνιάστηκενε και κατατρομαριάστηκενε γιατί εθάρρειενε πως τήν άκουσενε  και σκέφτηκε νε πώς ήρθενε τό τέλος στά ψώμματα τζη κσι τσι κατεργαριές της και τσή λέει.
Επαράκουσες καλέ μητέρα !! Είντα παλαβωμάρες λέω;
Καθόλου δέ εμίλησα.....
Ήντα αμοναχή μου δά θελα μιλώ;
Βγάλε μου καλέ  μητέρα τήν γλώσσα σου νά σού τηνε φιλήσω....
Βγάνει η πεθερά τήν γλώσσα τζη και στή στιγμή μ ένα ξυράφι τσή κόβγει τή γλώσσα τζη η κερά Νουντού....
Αρχιξενε η γραί και μούγκριζενε απού τσί πόνους και τήν πιάνει η Ντουντού από τά μαλλιά καί τήν στριφογύριζενε γύρω γύρω μέχρι να ζαλιστεί κι ύστερα τήν αμολαίρνει και γίνεται η γραί  ένας σωρός  χάμαι.
Αρχίνηξενε ύστερα και φώναζενε  .....
Βοήθεια! Βοήθεια ! Κι εκατασκοτώθηκενε  η πεθερά μου...
Γλακούνε ούλοι από τό Παλάτι νά ιδούνε ήντα εγίνηκενε και
 προσπαθούσανε νά τή συνεφέρουνε καί νά καταλάβουνε ήντα τών ήλεγενε μά δέν εξεκαθαρίζανε πράμμα με κομμένη τη γλώσσα τζη.
Φτάνει κι ο Βασιλιάς και πέφτει απάνω του η μάνα του κι έκανε νοήματα νά διώξει τήν Βασίλισσα καί τού δειχνε τήν σκάλα γιά νά τήν νε πετάξει κάτω... Αλλά ο Βασιλιάς , τά χενε χαμένα καί δέν εκαταλάβαινε δροσά.
Μα ήντα θές νά πείς μητέρα; Ερώτα ντη νε ο Βασιλιάς ...
Αυτή  όμως όσο ο Βασιλιάς δέν τήν καταλάβαινε τόσο αυτή εγρονθοκοπούντονε κι έδειχνε τήν κερά Ντουντού ....
Ο Βασιλιάς ήτανε σαστισμένος μέ τα νοήματα τσή μάνας του
Και πιάνει η κερά Ντουντού νά κάνει τό διερμηνέα.
-« Να μού τά κάνεις λέει ούλα  απάνω μου .
Νά μού τά γράψεις ούλα μέχρι καί τό χαβάνι !» Ετσά λέει !
Καί νά φέρεις λέει καί Συμβολαιογράφο νά υπογράψει...»
- Εντάξει μητέρα λέει αυτός ... Όπως θές εσύ θά γίνει....
- Αλλά η γραί η κακομοίρα από τό ζόρε τζη κι από τήν πολύ μεγάλη  αιμορραγία τά κακάρωσενε....
Σάν εγίνηκενε η κηδεία τζη ,έφερε νε ο Βασιλιάς καί τό Συμβολαιογράφο στό Παλάτι κι έκανενε  γενική κληρονόμο ντου τήν κερά Ντουντού νομίζοντας ότι θά ευχαριστηθεί κι  η ψυχή τσή μάνας του.....
Τέτοιος άχρηστος άνθρωπος ,ύπουλη καί κατεργάρα γυναίκα ήτονε η κερά Ντουντού.

Επιμέλεια: Κωστής Ι.Γ. Καλλέργης

Κιγκ