Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Κάτοικοι ξαναζούν την αιματοβαμμένη Τρίτη

Δεν έχουν κοπάσει τα μοιρολόγια στη Λούτρα από τις εκτελέσεις

γερμανοί εκτελέσεις λούτρα νεκροί ορφανουδάκης βαβαδάκης

Οι δέκα νεκροί της Λούτρας. Υπήρχε και ενδέκατος, αλλά σώθηκε…

Του Μανόλη Παντινάκη

Όσο πλησίαζαν οι μέρες φτάνοντας στην αιματοβαμμένη μέρα της 3ης του Ιούνη στο χωριό Λούτρα του Ρεθύμνου, ένα από τα πρώτα που άνοιξαν τις εκτελέσεις- αντίποινα στην Κρήτη οι χιτλερικές δυνάμεις μετά την κυριαρχία τους στο νησί, είναι αδύνατο να στεγνώσουν τα μάτια των λιγοστών γερόντων που παιδιά τότε, έβαλαν στις ψυχές τους τη φρίκη στον απόλυτο βαθμό της.

-Μάνα γιάντα κλαίς; Τον μπαμπά μου δε θα τον σηκώσουμε;- τη ρωτούσε ο τετράχρονος γιός της Νίκος όταν εκείνη τον μοιρολογούνταν νεκρό στο σπίτι τους στη μεσοχωριά, πάνω στο φύλλο της πόρτας που είχαν εναποθέσει το πτώμα του. Κι όλο τον τραβούσε και τον τραβούσε από το χέρι του για να σηκωθεί και συνέχεια τον καλούσε: «Σήκω μπαμπά μου να παίξουμε…». Ο μικρός δεν είχε αντιληφθεί το δραματικό συμβάν και η τραγική μάνα δεν άντεχε και ξεσπούσε στα μαλλιά της, αφού τα δάκρυα είχαν στερέψει.

Οι πληγές και σήμερα, ολόκληρα 72 χρόνια από την καταραμένη Τρίτη 3 Ιουνίου 1941, δεν κλείνουν! Οι δέκα άνθρωποι τους έφυγαν γερμανοί εκτελέσεις λούτρα νεκροίαλειτούργητοι αφού δεν υπήρχε παπάς για να τελέσει την τελετή και να τους ψάλλει, και ο εφημέριός τους Μανώλης Καλλέργης στα 37 του χρόνια, ήταν ο πρώτος που άφησε το αίμα του στη «Μαυρίτσα», ανάμεσα στους δέκα ήρωες.

Ο κληρικός, ο υπ’ αριθμόν ένας στη σειρά των μελλοθάνατων, όταν τον πλησίασε ο Γερμανός αξιωματικός, επικεφαλής του αποσπάσματος, τον τράβηξε από το ράσο και τον ρώτησε σε χιτλερικό ύφος: «Απέξω μαντάμ και από μέσα καπετάν;» Ο παπά Καλλέργης αμέσως μετά έπεσε νεκρός από τα γερμανικά πυρά. Ήταν το πρώτο θύμα των μαζικών εκτελέσεων στη Λούτρα και από τα πρώτα στην ευρύτερη περιοχή, που πλήρωσε πανάκριβα με ζωές την αντίσταση κατά των επίλεκτων αλεξιπτωτιστών των ναζιστικών στρατευμάτων και την κατοχή υφασμάτων από αλεξίπτωτα!

«ΟΛΟΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙ…»

«Το προηγούμενο βράδυ», αφηγείται ξεσπώντας συχνά σε λυγμούς ο Κώστας Ορφανουδάκης 80 χρονών σήμερα, «ήλθε ένας Γερμανός στο σπίτι με διερμηνέα και είπε στον πατέρα μου να μείνουμε στο σπίτι και να μη διανυχτερεύουμε στα χωράφια, όπως γινόταν τα άλλα βράδια. Κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα γινόταν! Εμείς ήμασταν τρία αδέρφια, εγώ που ήμουν ο πιο μεγάλος 8 χρονών, η Μαρία και ο Νίκος… Την άλλη μέρα τα ξημερώματα, έζωσαν το χωριό και μάζευαν τους ανθρώπους στη «Λαμέρα Σώχωρο». Πήραν 38 και τους πήγαν στο σχολείο και εκεί διάλεξαν του έντεκα…γερμανοί εκτελέσεις λούτρα νεκροί ορφανουδάκης

»Μικρά παιδιά εμείς, μας άφησε η μάνα μας Ελένη, το γένος Φραγάκη στο σπίτι της γειτόνισσάς μας Στυλιανής Παντελιδάκη ή Φραγκιούδενας για να μας βλέπει. Κατάλαβα, κάποια στιγμή, ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε έφυγα από το σπίτι και πήγα να δω τι γίνεται. Είδα τη μάνα μου να κλαίει στη «Μαυρίτσα» που τους σκότωσαν και εγώ της κρατούσα το φουστάνι και είχα στυλώσει τα μάτια μου πάνω της. Τα είχα χάσει…

»Θεέ μου ώρες! Το τι έγινε μετά δεν μπορώ να σου το περιγράψω. Το καλντερίμι ήταν ολοκόκκινο από το αίμα και οι φωνές, τα κλάματα και τα μουγκρητά τα άκουγες πιο πολύ όταν τους κατέβαζαν στα μνήματα. Τέτοιες ώρες να μην ξανάρθουν και τώρα έχουμε και πάλι τους Γερμανούς στο σβέρκο μας. Μπορούν να φύγουν από το μυαλό μου οι εικόνες που η μάνα μου έβαλε το κεφάλι του πατέρα μου σε ύφασμα και η γιαγιά μου έσκυψε και ρουφούσε το αίμα του;»

Το τραγικό στην όλη υπόθεση είναι ότι η μάνα του Αργυρένια αισθάνονταν υπεύθυνη για την εκτέλεση του παιδιού της μέχρι το θάνατό της το 1962, γιατί τον «σήκωσε από το κρεβάτι» και του ζήτησε να «πάει να γραφτεί στον κατάλογο των Γερμανών», χωρίς φυσικά να γνωρίζει τις προθέσεις τους. Ο πόνος της έγινε αβάστακτος, αφού ενωρίτερα είχε θρηνήσει την απώλεια του γιού της λοχαγού Νίκου Ορφανουδάκη στο αλβανικό μέτωπο και την αναπηρία του άλλου της γιού Κώστα στο ίδιο πεδίο των μαχών με τους Ιταλούς.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΜΑΝΤΗΛΟ ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΕ ΣΤΗ ΖΩΗ

Όλοι οι γενναίοι που πότισαν με το αίμα τους τη λουτριανή γη, ήταν στη μεγάλη τους πλειοψηφία νέοι, ηλικίας από 24 μέχρι 57 χρόνων, «το ξαθέρι του χωριού», οι εκλεκτοί, οι ευπαρουσίαστοι και δυναμικοί οικογενειάρχες, οι φιλόπονοι που είχαν βάλει τη ζωή τους μπροστά και πολεμούσαν για τις φαμίλιες τους. Το δοξασμένο τέλος τους μένει αιώνια παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές και στο μνημείο της «Μαυρίτσας» δίπλα στην εκκλησιά του Αγίου Παντελεήμονα, το καντήλι της μνήμης τους μένει άσβηστο και στους σημερινούς  καιρούς της σύγχρονης υποδούλωσης!

Εκεί στον κοινό τάφο της Λούτρας, κείτονται οι ψυχές των αδούλωτων παλικαριών Μιχάλη Τουτουντζιδάκη(40 χρόνων), Γιάννη Τουτουντζιδάκη(57), παπά Μανώλη Καλλέργη(37), Κώστα Περακάκη(39), Μανώλη Ορφανουδάκη(40), Μανώλη Αντωνογιωργάκη(41), Θανάση Σφακιανάκη(40), Δημήτρη Μιχελιουδάκη(28), Μιχάλη Τερζιδάκη(24) και Κώστα Παλιεράκη(29).γερμανοί εκτελέσεις λούτρα νεκροί ορφανουδάκης βαβαδάκης

Όμως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτέλεση και η σωτηρία του Μανώλη Περακάκη, που τον κράτησε στη ζωή το κρητικό του σαρίκι! Διηγούνταν σε συγγενικά του πρόσωπα και χωριανούς αργότερα ο ίδιος το θαύμα και τις διηγήσεις του κρατά ως τα σήμερα ο εγγονός του Στέφανος Βαβαδάκης: «Μας έλεγε ότι όταν έδωσε ο αξιωματικός εντολή στο απόσπασμα για τις εκτελέσεις, αυτός έπεσε κάτω γιατί δεν ήθελε να βλέπει να σκοτώνονται οι χωριανοί του. Οι ριπές των γερμανικών όπλων δεν τον βρήκαν και πεσμένος όπως ήταν μπρούμυτα αντιλήφθηκε, συνέχεια, πάνω του σκοτωμένο τον Δημήτρη Μιχελιουδάκη. Το σαρίκι του από το πέσιμο ξεδίπλωσε και όταν του έδωσαν τη χαριστική βολή στο τέλος, οι σφαίρες βρήκαν το κεφαλομάντηλο και όχι το κεφάλι του. Οι Γερμανοί του αποσπάσματος κράτησαν σιγή ενός λεπτού και μετά άκουσε τον αξιωματικό τους να τους συγκεντρώνει για να φύγουν.

Με το πτώμα του Μιχελιουδάκη πάνω του, έμεινε μέχρι πού ήλθαν οι γυναίκες για να πάρουν τους δικούς τους. Τον πλησίασε η ξαδέλφη του Ελένη Βαβαδάκη, που έκπληκτη διαπίστωσε ότι ήταν ζωντανός … Λίγα λεπτά μετά τον πήγαν στη ρίζα μιας ελιάς και τον έπλυναν και αργότερα παρουσιάστηκε στο σπίτι του αδερφού του Γιάννη στο πάνω μέρος του χωριού. «Ζεις μωρέ;» τον ρωτά μόλις μπήκε, πιστεύοντας ότι ήταν νεκρός. «Δεν σκοτώνουν οι σφαίρες», του απάντησε διασκεδάζοντας την απίστευτη σωτηρία του…»

Οι σκηνές που ακολούθησαν στα δυο αδέλφια δεν περιγράφονται! Ο  Μανώλης Περακάκης έζησε, κάνοντας πολυάριθμες αφηγήσεις του γεγονότος, μέχρι το 1975 φτάνοντας στα 96 του χρόνια…

«ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ…»

Συγκλονίζεται ο Στέφανος Βαβαδάκης  με τις μαζικές εκτελέσεις των συγχωριανών του και τα όσα ακολούθησαν και από παιδάκι στο δημοτικό σχολείο της Λούτρας, κάθε χρόνο στις 3 του Ιούνη, «όποια μέρα κι αν ήταν» τιμούσαν τη θυσία τους στον αιματοβαμμένο τόπο. Και κάθε χρόνο μοιρολόγια και μουγκρητά!

γερμανοί εκτελέσεις λούτρα νεκροί ορφανουδάκης βαβαδάκηςΤα μάτια του δεν σταματούν να τρέχουν όση ώρα αφηγείται. Όταν μιλάει για τους γιορτασμούς στη «Μαυρίτσα» από τους τριάντα μαθητές του σχολείου που «οι εικοσιπέντε ήταν ξυπόλυτοι και οι άλλοι με παλιοπάπουτσα», δεν αντέχει, βουρκώνει και δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα του: «Από το 1952 μέχρι το ΄57 που έφυγα από το σχολειό κάθε χρόνο πηγαίναμε στο μνημείο, κάποιες χρονιές με τη δασκάλα Ευαγγελία Μουρτζανού και άλλες με τον Δημήτρη Ξεκαλάκη. Όλοι κλαίγαμε γιατί είχαμε συγγενείς κι ακόμη κλαίμε παρότι γεράσαμε. Οι γονείς και οι παππούδες, μας είχαν «ποτίσει» με φιλοπατρία και πεθαίναμε για την πατρίδα μας και σήμερα την ξεφτιλίσανε και δεν ενδιαφέρει κανένα…

»Κάθε χρόνο άκουα το ίδιο μοιρολόι κι από τότε που γεννήθηκα άκουα για τις εκτελέσεις στο χωριό και για τον πόλεμο. Πείνα, κακουχίες και τα περισσότερα θύματα δεν είχαν ένα άνθρωπο να τα προστατέψει και να τα βοηθήσει. Εμείς δεν ακούσαμε ποτέ παραμύθια σαν τα άλλα παιδιά. Τα δικά μας παραμύθια ήταν οι ιστορίες για τους ανθρώπους που χάσαμε. Με αυτές μεγαλώσαμε…»

γερμανοί εκτελέσεις λούτρα νεκροί ορφανουδάκης βαβαδάκης