Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Μετρήθηκαν 22 κορίτσια σε 4 σπίτια μιας γειτονιάς!

Λιγοστεύουν οι ψυχές και σε άλλο χωριό της Κρήτης

μακρύ στενό χωριό κάτοικοι λιγοστεύει πληθυσμός καρέ

Το «Μακρύ Στενό» του χωριού όπως το έχουν ονομάσει οι κάτοικοι…

Στα χρόνια της γερμανικής υποδούλωσης, μόνο από τέσσερα σπίτια μιας γειτονιάς της Καρέ στους πρόποδες του ιστορικού βουνού «Βρύσινα» του Ρεθύμνου, αυτή του «Μακρύ Στενού» στη μεσοχωριά, αριθμούσε 22 κορίτσια και 7 αγόρια! Σήμερα, η πλειοψηφία των κατοικιών στην ίδια «γεμάτη παλαιά γειτονιά», έχει αδειάσει και οι πόρτες σε κάποιες από αυτές, θα ανοίξουν μόνο το καλοκαίρι που θα φτάσουν για λίγες μέρες χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς οι ξενιτεμένοι. Όμως, δεν είναι σίγουρο ότι «θα έλθουν και φέτος», γιατί ίσως ο προϋπολογισμός θα έχει… πέσει έξω από την οικονομική αδυναμία των νοικοκυριών…

Να ζουν στο χωριό εικοσιπέντε οικογένειες; Σιγή παντού και στα στενά δρομάκια κάποιες νοικοκυρές, μετρημένες, θα ακούσουν από τα μακρύ στενό χωριό κάτοικοι λιγοστεύει πληθυσμός καρέμεγάφωνα των αυτοκινήτων τους τον μανάβη και τον φούρναρη, και θα βγουν να ψωνίσουν τα καθημερινά και με μέτρο! Οι πλανόδιοι με τα φορτηγά τους θα διαλαλήσουν τον ερχομό τους και το εμπόρευμα, οπότε καταλαβαίνεις… Κάποιοι άλλοι, ένας-δυο, θα πάρουν χαμπάρι, θα ανοίξουν τα παράθυρα, ή θα σταθούν στις αυλές και θα ρωτήσουν.

«Μόνο τις δυο τελευταίες μέρες είχαμε δυο κηδείες», θα πουν η Κατερίνα Χριστοδούλου και η Ουρανία Φραγκούλη-Ορφανουδάκη, δίδοντας την εικόνα της πληθυσμιακής γύμνιας που συνεχίζεται. «Να είμαστε τώρα, χειμώνα καλοκαίρι, μόνιμοι, ίσαμε πενήντα;». Κι όταν πριν πέντε χρόνια περίπου άρχισαν να βγαίνουν στο… σφυρί κάποια σπίτια, οι πρώτοι που πούλησαν ήταν τρείς σε ισάριθμους ξένους από την Αγγλία και τη Γερμανία που έψαχναν τη γη της… επαγγελίας στην Κρήτη!

ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ ΕΚΛΕΙΣΑΝ…

μακρύ στενό χωριό κάτοικοι λιγοστεύει πληθυσμός καρέΌμως, για την κυρία Ορφανουδάκη, τα συναισθήματα… ξεσηκώνονται όταν «πολλές φορές πάω στην Πάνω Γειτονιά». Τότε, επιστρέφει στο παρελθόν και στα «καλά χρόνια», τότε που «όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές» και έβγαιναν από μέσα πολλές φωνές. Η νοσταλγία και η… προσγείωσή της στη σημερινή πραγματικότητα, της προκαλούν «μεγάλη συγκίνηση» και νοσταλγία. Όλα τα σπίτια είχαν από τέσσερα παιδιά και μέχρι οκτώ και μόνο η Στεφανούλα Κυριακάκη και η Ελένη Βαλέργα είχαν από δυο. Όμως, ο κόσμος και κυρίως οι νέοι, δεν μπόρεσαν να παραμείνουν, ακολουθώντας τη μοίρα των προγόνων τους! Για αυτό  και σταδιακά από το ΄50 και μετά άρχισαν να εγκαταλείπουν και να μεταναστεύουν στο Ρέθυμνο, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο, σε άλλες πόλεις της χώρας ακόμα και στη Γερμανία  για «ένα κομμάτι γλυκό ψωμί».

Πολυμελής η οικογένεια της, μετρούσε εφτά αδερφές! Αλλά καμία από αυτές δεν έμεινε στην Καρέ και ξενιτεύτηκαν, ακόμα και η ίδια μετά τον γάμο της με τον πυροσβέστη Χαράλαμπο Ορφανουδάκη από το κοντινό Σελλί εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο και επέστρεψε το 1990 για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της στο χωριό. «Εγώ γεννήθηκα το ’35 και ανέκαθεν η πιο μεγάλη οικογένεια στο χωριό ήταν του Βαλέργα και ακολουθούσε του Αλεξανδράκη. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί, εγώ ήμουν μαθήτρια της πρώτης τάξης στο δημοτικό σχολείο του χωριού μας με δάσκαλο τον παπά Μενέλαο Σαββάκη από το Σπήλι», μακρύ στενό χωριό κάτοικοι λιγοστεύει πληθυσμός καρέθυμάται τα παιδικά της χρόνια!

Φέρνει στη μνήμη της ακόμα την εικόνα της εμφάνισης των πρώτων Γερμανών με τις « τέσσερις-πέντε μοτοσικλέτες που είχαν και καλάθι». Ήταν η πρώτη αναγνωριστική επίσκεψη τους, αμέσως μετά την κατάληψη και στο σχολείο «ο δάσκαλος που ήταν και παπάς, ο παπά Μενέλαος Σαββάκης μας είπε λίγο πριν το μεσημέρι, θυμάμαι: «Να φύγετε γιατί έρχονται οι Γερμανοί». Τους φέρνω στο μυαλό μου και ήρθαν με τις μοτοσικλέτες τους, θα ήταν καμιά δεκαριά, και σταμάτησαν στο καφενείο του Στρατή του Βαλέργα στο χωριό. Τους υποδέχτηκε ο άνθρωπος, νομίζω πως τους κέρασε κιόλας, δεν μας πειράξανε και φύγανε μετά από λίγη ώρα…»

«ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΠΕΙΝΑΣΑΝΕ…»

Η διαδρομή, τότε, ως το χωριό από τη διασταύρωση του κεντρικού δρόμου, ήταν καλντερίμι και «το ταξί άφηνε τους χωριανούς εκεί στη διασταύρωση και έφταναν στην Καρέ με τα πόδια». Στην πορεία των κατοχικών χρόνων, με αγγαρείες οι Γερμανοί διάνοιξαν τον δρόμο, για να διέρχονται και τα αυτοκίνητά τους και να μεταφέρουν τρόφιμα και άλλα είδη «στην αποθήκη ανεφοδιασμού »που είχαν μακρύ στενό χωριό κάτοικοι λιγοστεύει πληθυσμός καρέδημιουργήσει.

Ωστόσο, στα χρόνια της κατοχής, το σχολείο δεν έκλεισε, όμως οι πιο πολλοί μαθητές είχαν αραιώσει ή εγκαταλείψει την φοίτησή τους λόγω των δυσκολιών και απασχόλησής τους στα χωράφια και στα κοπάδια. «Στο χωριό», προσθέτει η κυρία Ορφανουδάκη, «δε νιώσαμε πείνα, γιατί υπήρχε το λάδι, τα χόρτα, τα ζώα που είχε καθένας στο σπίτι του, τα όσπρια, και το ψωμί από κριθάρι. Ελάχιστα σπίτια πεινάσανε!»

Κι αν στους καιρούς της ζωντάνιας η Καρέ δεν… είχε έλλειμμα επαγγελματιών, σήμερα απουσιάζουν σχεδόν όλα! Τρία καφενεία, όλα, μελών της πολυπληθούς οικογένειας Βαλέργα, δυο τυροκομεία, τρία ελαιοτριβεία, μια μονάδα άλεσης σταριού και παραδοσιακές απασχολήσεις κατοίκων, όλα διέκοψαν από χρόνια! Ακόμα και στο ένα και μοναδικό καφενείο που λειτουργεί στην πιάτσα ο Σταύρος Κανακάκης, οι εγχώριοι πελάτες του είναι μετρημένοι. «Μαζευόμαστε το χειμώνα σίγουρα κάτω από δέκα! Να, προχθές μέτρησα τέσσερις…» θα πει για τον πληθυσμιακό… κατήφορο του χωριού ο μακρύ στενό χωριό κάτοικοι λιγοστεύει πληθυσμός καρέΧαράλαμπος Ορφανουδάκης. Και η σύζυγός του Ουρανία θα προσθέσει: «Άμα φύγομε εμείς οι μεγάλοι η Καρέ θα νεκρώσει. Τώρα και λίγα χρόνια έξι νέοι έχουν εγκατασταθεί και έχουν κάνει οικογένειες. Αν γυρίσουν τα χωριανάκια και μείνουν, πιστεύω, θα υπάρχει μέλλον! Θα γυρίσουν όμως;»