Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Με το «Καφενείο του Μαθιού» έμειναν οι Καρίνες!

Είναι δεν είναι 80 οι μόνιμοι κάτοικοι, όταν κάποτε το χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου έσφυζε από ζωή

Στη φωτογραφία, ο καφετζής στο «καφενείο του Μαθιού», όρθιος πίσω από τον πάγκο, στις Καρίνες του δήμου Αγίου Βασιλείου, το περήφανο χωριό των κτηνοτρόφων και ο πελάτης  μπροστά . Ο καφεπώλης, λοιπόν, Δημήτρης Γιορνταμάκης και ο πελάτης  Νίκος Στελιουδάκης και  Τζιρής, γνωστός στους πάντες, κατοίκους και τακτικούς επισκέπτες. Φιλόξενοι κι οι δυο και ο επισκέπτης, είναι στις αξίες τους, θα πρέπει να λάβει το κέρασμά τους. Ακολουθούν το κληροδότημα των γονιών τους και το βαστούν ωσάν να είναι απαράβατος κανόνας της ζωής».
Πρωινή ώρα, λοιπόν, της Κυριακής  στις Καρίνες και στη σκιά της αυλής του ενός και μοναδικού καφενείου του Γιορνταμί, στην πιάτσα, δίπλα στο μνημείο του καπετάν Λεμονιά και των άλλων πεσόντων χωριανών, ακούγονται κουβέντες από  μια παρέα μεσήλικων γύρω από τις πολιτικές εξελίξεις  στα κόμματα που «γίνεται αναταραχή» μα και για ντόπια ζητήματα.  Στην πλατεία και στα άλλα δρομάκια του χωριού επικρατεί απόλυτη σιωπή. Δεν υπάρχει και άλλο εμπορικό ή στέκι να μαζεύονται οι άνθρωποι να κουβεντιάζουν, να διαφωνούν, να συμφωνούν και να «σκοτώνουν» την ώρα τους. Οι παλιές μετεμφυλιακές εποχές με τον πληθυσμό και την  ζωντάνια, πάει φύγανε, δεν ξανάρχονται. Είναι δεν είναι σήμερα ογδόντα κάτοικοι!

Να, σε λίγα λεπτά έρχεται στο καφενείο και η Στεφανία, η γυναίκα του καφετζή, που από το κοντινό Σπήλι βρήκε οικογενειακή στέγη στις Καρίνες, πριν 26 χρόνια. Έκαναν το σπίτι τους ο Δημήτρης και η Στεφανία, απόκτησαν και παιδιά και μικρή-μικρή έγινε και γιαγιά. Η απόλυτη ευτυχία στα χρόνια της! Είδε, όμως, την κάμερα και σαν να… φοβήθηκε και αντέδρασε στο να στηθεί να την αποθανατίσει ο φακός. Κόντεψε να κρυφτεί στο… ψυγείο! Μα δεν  ήρθε, να… βοηθήσει τον άντρα της στην περιποίηση των πέντε με έξι πελατών, απλά κουράστηκε στο σπίτι μόνη και βρήκε παρέα να πει μια κουβέντα!  Είναι θάνατος η μοναξιά!  «Ένα καφενείο, ένα μαγαζί απόμεινε όλο κι όλο στο χωριό μα και αυτό θα κλείσει», προβλέπει ο Γιορνταμάκης, μετρώντας κάθε μέρα τους καφέδες και τις ρακές που σερβίρει στους θαμώνες που ασχολούνται όλοι τους αποκλειστικά με τη κτηνοτροφία, μεσήλικες οι περισσότεροι! «Το χειμώνα σερβίρω 15 ανθρώπους και το καλοκαίρι άντε να πιάσω τσι 30. Μέχρι πότε όμως;» λέει ανήσυχος. «Και πάλι καλά σε άλλα χωριά δεν υπάρχει ούτε καφενείο! Επιτελώ κοινωνικό έργο είτε το θέλει είτε δεν το θέλει το Κράτος!»
ΚΟΡΗ  ΚΟΥΡΑΔΑΡΗ
Της οικογένειας Μαρινάκη  στην εκκλησία της Παναγίας του Πανωχωριού στο Σπήλι, η Στεφανία! Στη «Βίγλα» το σπίτι του παππού της, μια μεσοτοιχία το χώριζε από το σπίτι του Αρετάκη, του καπετάν Σφακιανού. «Από τα 19 μου είμαι στις Καρίνες που παντρεύτηκα το Δημήτρη και ο γάμος  έγινε στην Παναγία, κοντά στο σπίτι που μεγάλωσα, στο Πανωχώρι. Στα μικρά μου χρόνια στεφανώθηκα και λογάριασε πόσο χρονών είμαι και έχω και ¨γγονάκι!»
Κόρη του Αντρέα του Μαρινάκη που τον γνωρίζουν τώρα και  εβδομήντα χρόνια, «από κοπελάκι  μόνο τα βουνά και τα κουράδια». Αλλά σόι πάει το βασίλειο! Και ο παππούς της Στεφανίας ο μακαρίτης  ο Χαραλάμπης ο γνωστός «γάτης», περπατούσε σαν τον γάτη στα όρη μέρα και νύχτα! Ήταν αθόρυβος και στις βουνοκορυφές ο Χαραλάμπης, όπως και ο Κωστής ο Τσιμπούκας και το Ηλιάκι, έμοιαζαν όλοι περπατώντας να… χορεύουν! Τον Ανδρέα τον κουραδάρη, τον  ξέρουν τα ζωντανά μα κι αυτός τα γνωρίζει σε κάθε τους αντίδραση.
Το Σπήλι, ωστόσο, η πιάτσα, οι καφενέδες, τα σπίτια δεν τον… γνωρίζουν! Δίχως να έχει βγει το φως της μέρας τραβά «στη μάντρα στο βουνό» να βγάλει τα πρόβατα για βοσκή και μόλις πέσει το σκοτάδι, το βραδάκι, και αφού τακτοποιήσει και την λεπτομέρεια του κοπαδιού επιστρέφει στο σπίτι του. Έμαθε τόσα χρόνια κι αν του πεις να αλλάξει την καθημερινότητά του αδύνατο να μπορέσει…

Είναι και δεν είναι ογδόντα οι άνθρωποι στις Καρίνες που τις κατοικούν. Οι μεγάλοι άφησαν την ταυτότητά τους σε αυτή τη ζωή και «αναχώρησαν» και  συνέχεια παίρνουν σειρά οι επόμενοι. Μέχρι τότε, όμως, και αυτοί που κατοικούν σε πόλεις της Κρήτης, οι πιο πολλοί στο Ρέθυμνο, θα «πηγαίνουν και θα έρχονται συχνά», όπως το κάνουν και τώρα στη γη τους που τους μάλαξε. Κάποιοι έχτισαν τα σπίτια τους, φύτεψαν τα δέντρα τους, έχουν εισόδημα και βρίσκονται σχεδόν καθημερινά εκεί. Οι άλλοι που τους ήταν  αδύνατο να επιβιώσουν χωρίς τα ζωντανά που τους ανάθρεψαν, συντηρούν κάποια ζώα. Νιώθουν να γυρίζουν ξανά στη ζωή των παιδικών τους χρόνων και των νιάτων τους…  Τους φώναξαν οι φωνές των γεννητόρων τους και  φαίνεται να υπάκουσαν!