Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Ο πολέμαρχος της «Βίγλας» Γιώργος Αρετάκης

Ο Κωστής Ηλ. Παπαδάκης γράφει για το νέο βιβλίο του Μανόλη Παντινάκη, που είναι αφιερωμένο στον "Καπετάν Σφακιανό"

Τόμος Α΄: Η βιογραφία του
[Εκδόσεις «Καλαϊτζάκης Α.Ε.», Ρέθυμνο 2023, σχ. 8ο (23Χ16), σσ. 301]

Ο Αϊβασιλιώτης δημοσιογράφος Μανόλης Παντινάκης είναι γνωστός στους Ρεθεμνιώτες από τη επιτυχημένη μέχρι σήμερα δημοσιογραφική του διαδρομή στις εφημερίδες «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Η Τόλμη» και «Τα Νέα».

Ο Μανόλης Παντινάκης, όμως, δεν είναι μόνο ο συνειδητός και έγκριτος δημοσιογράφος αλλά και ο δόκιμος συγγραφέας, που μέχρι σήμερα έχει να μας παρουσιάσει αρκετά βιβλία, όπως: «Πόθος Λευτεριάς», «Αντίσταση κι εξορία», «Η επαρχία Αγίου Βασιλείου αφηγείται: «Η Κατοχή δεν μας λύγισε…», «Αμαριώτες στην Αντίσταση», «Ρασοφόρος Ζορμπάς». και άλλα.
Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Κεραμέ και Αγαλλιανό ανάμεσα στα νεότερα ιστορικά στοιχεία του χωριού οι ντόπιοι μού παρέδωσαν και τη μορφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Αρετάκη, τού και Σφακιανού επονομαζομένου, με καταγωγή εκ πατρός από τα Κεραμέ και του ίδιου από το Σπήλι, φωτογραφία του οποίου και δημοσίευσα. Σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, έχω τη χαρά να κρατώ στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο του ως άνω συνεπαρχιώτη συγγραφέα, Μανόλη Παντινάκη, με τον τίτλο: «Ο πολέμαρχος της «Βίγλας», Καπετάν Σφακιανός», που αναφέρεται στην προσωπικότητα τού εν λόγω άγνωστου στο ευρύτερο κοινό ομοχώριού του, τού Σπηλιανού οπλαρχηγού, Γεωργίου Αρετάκη.

Πρόκειται για μιαν εργασία λεπτομερέστατη και αρτιότατη από κάθε άποψη, προϊόν πολυετούς και ενδελεχούς έρευνας. Ο συγγραφέας παίρνει τις πληροφορίες του από πηγές ασφαλείς και αξιόπιστες και μέσω συνεντεύξεων με πρόσωπα του άμεσου συγγενικού περιβάλλοντος του άνδρα, που έτρεφαν στο πρόσωπό του απεριόριστο σεβασμό και αγάπη.

Τον Γιώργη Αρετάκη, ο συγγραφέας του βιβλίου, ήδη από τον τίτλο, αποκαλεί Πολέμαρχο της «Βίγλας» (θέσης- παρατηρητήριο, που βρίσκεται στο Πανωχώρι του Σπηλίου), γιατί αυτή υπήρξε ο τόπος όπου γεννήθηκε το 1899 ο ήρωας, ο πολεμιστής, ο περήφανος, ο αδούλωτος και ασυμβίβαστος πολυτραυματίας των εθνικών αγώνων της Μικράς Ασίας, του αλβανικού μετώπου και στο τέλος και του αντάρτικου, στα βουνά της Πελοποννήσου. Από μικρό παιδί τον Αρετάκη αναζωογονούσαν, ενθουσίαζαν και γέμιζαν με πατριωτισμό οι μεγάλοι ήρωες της Επανάστασης του Εικοσιένα και μάλιστα ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Αυτός είναι ο λόγος που αυτοαποκλήθηκε «Σφακιανός» και όχι «Σπηλιανός» και δραστηριοποιήθηκε στα μέρη όπου γεννήθηκαν αυτοί οι τελευταίοι, θέλοντας, ακριβώς, με τον τρόπο αυτόν, να τιμήσει τη γενναιότητα και τη λεβεντιά τους.

Κατατάχτηκε εθελοντής στον Ελληνικό στρατό από τα 17 του χρόνια και αγωνίστηκε για την πατρίδα επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, αφήνοντας πίσω του γυναίκα και παιδί. Έφτασε και πολέμησε στον Σαγγάριο ποταμό (1922) όπου και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και, ως εκ θαύματος, να σωθεί και να επιστρέψει στη μονάδα του στη Θεσσαλονίκη, όπου πήρε το πρώτο χρυσό αριστείο ανδρείας. Υπήρξε βαθιά βενιζελικός και αντιβασιλικός, πρωταγωνιστής στο κίνημα του 1935, οπότε, μετά την αποτυχία του, τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία. Ως βενιζελικό τον βρίσκουμε και στα Κεραμέ, χωριό του πατέρα του, αλλά και σε άλλα κοντινά χωριά της επαρχίας να ομιλεί στους κατοίκους και να προσπαθεί να τους πείσει να ακολουθήσουν τον μεγάλο οραματιστή πολιτικό.

Ανακαλείται στο στράτευμα με τον βαθμό του εφέδρου λοχαγού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο- όπου πήρε το δεύτερο χρυσό αριστείο ανδρείας, για τη συμβολή του στην κατάληψη του υψώματος Πόγραδετς στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, στις 11-2-1941, και επιστρέφει βαριά τραυματισμένος με επιπλέον τραύματα στο αριστερό πόδι και με σοβαρής μορφής κρυοπαγήματα, ώστε, έκτοτε, να περπατά με πολλή δυσκολία και μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού.
Μετά την κατοχή συνέχισε να πολεμά στην Πελοπόννησο, στα πιο μαύρα χρόνια που πέρασε ποτέ η Ελλάδα, κατά τον φοβερό εκείνο εμφύλιο, όταν, την 25 Απριλίου 1949, σφαίρα ελληνική του απέκοψε το νήμα της ζωής.

Ειδικότερα, εντυπωσιακά στοιχεία στη ζωή τού ως άνω Γιώργη Αρετάκη είναι, οπωσδήποτε, ο απεριόριστος πατριωτισμός του, ο ένθερμος αρχικά βενιζελικός προσανατολισμός του, ενώ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (12/2/1945), αρνούμενος να παραδώσει τα όπλα και μη μπορώντας να διαφύγει στην Κρήτη- όπου τον περίμενε η γυναίκα του και το λατρεμένο του παιδί- ακολούθησε τον δρόμο της παρανομίας και πήρε το βουνό. Αλλά και η θρησκευτικότητά του είναι ένα ακόμα εντυπωσιακό κομμάτι της ζωής του Καπετάν Γιώργη Αρετάκη, την οποία θέριευαν, φαίνεται, οι τότε εξαιρετικά δύσκολες και ματωμένες καταστάσεις, τις οποίες βίωνε καθημερινά. Έτσι, στη μάχη του Σαγγάριου σφαίρα εχθρική που κατευθυνόταν στο μέρος της καρδιάς «μπλόκαρε», ναι μπλόκαρε- όπως αργότερα περιέγραφε ο ίδιος στη μάνα του- πάνω στο μεταλλικό άκρο εικόνας των Αγίων Αποστόλων που του είχε δώσει εκείνη φεύγοντας από το χωριό και την κρατούσε μόνιμα πάνω του ως φυλαχτό.

Το θαύμα αυτό- όπως ο ίδιος το ονόμασε- τον ώθησε να ανεγείρει στο Σπήλι, με τη βοήθεια της μητέρας του αλλά και άλλων συγχωριανών, την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, στην Καλλεργιανή, για να θυμίζει στις κατοπινές γενιές τη θαυμαστή εκείνη σωτηρία του Σφακιανού. Έκτοτε, κάθε χρόνο, στην εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι κάτοικοι του Πανωχωριού πανηγυρίζουν στο εκκλησάκι του Σφακιανού. Από μια τέτοια πανήγυρη μας διέσωσε τις όμορφες λαογραφικές αναμνήσεις της και η μακαριστή και πολυαγαπητή μας Ειρήνη Μπριλάκη- Καβακοπούλου («Επίκαιρες ηθογραφικές μνήμες από το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στο δροσόλουστο Σπήλι», Ρέθεμνος 15/16 Ιουλίου 2006).

Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρία του αγαπημένου συγχωριανού του Στέλιου Κονσολάκη, ο Σφακιανός εμφανίστηκε στην εκκλησία της Παναγιάς, στο Πανωχώρι, την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου 1941, όταν είχε έλθει από την Αλβανία στη γενέτειρά του, για να τον δει η μητέρα του, ίσως, για τελευταία φορά. Πάλι, προφανώς, κάποιο νέο θαύμα θα είχε ζήσει, όπως και στον Σαγγάριο, κι εκεί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, όπου οι ήρωές μας πάλευαν νύχτα μέρα με τον Χάρο. Στηριζόταν, όπως πάντα, στο μπαστούνι του, φαινόταν πολυτραυματίας και τα πόδια του ήταν τυλιγμένα με πολλούς χοντρούς επιδέσμους και φαίνονταν πιο χοντρά- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κονσολάκης- και από τη την ίδια τη μέση του. Στο μανίκι τού αριστερού του χεριού υπήρχαν πολλές διακρίσεις, τα λεγόμενα εμπόλεμα εξάμηνα, που ήταν ο χρόνος του στους πολέμους και στο δεξιό χέρι κρατούσε λαμπάδα ίση με το μπόι του! Πλησίασε στην εικόνα, άναψε τη λαμπάδα του και ύστερα περιέφερε το βλέμμα του και μας κοίταξε όλους με λαχτάρα έναν προς έναν στο πρόσωπο.

Ο συγγραφέας, Μανόλης Παντινάκης, στο βιβλίο του αυτό- παράλληλα προς τη βιογραφία του άνδρα- μας διασώζει και εξαιρετικά στοιχεία για τις κρίσιμες εκείνες ιστορικες περιόδους της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε για τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο τής Τοπικής Ιστορίας και των ρεθεμνιώτικων, γενικότερα, γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.