Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Παρέα με την αρρώστια στα ξένα

Τα ιατρικά ταξίδια των Ελλήνων στο εξωτερικό

σχορετσανίτης νοσοκομείο φραγκφούρτη

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Μερικά χρόνια πριν, ήταν αρκούντως σύνηθες το φαινόμενο, χωρίς να έχει φυσικά και στις μέρες μας εκλείψει παντελώς,  Έλληνες ασθενείς να οδεύουν άλλες φορές με τις ευλογίες του επίσημου Ελληνικού Κράτους κι άλλες όχι, σε νοσηλευτικά  Ιδρύματα του εξωτερικού για κάποιο πρόβλημα υγείας, διαγνωστικό ή θεραπευτικό, δικό τους ή του συγγενικού τους περιβάλλοντος.

Οι συχνότερες αιτίες ήταν επεμβάσεις καρδιοχειρουργικές και σε δεύτερη συχνότητα οι αφορώσες την ειδικότητα της νευροχειρουργικής, οι οποίες τότε βρισκόντουσαν σε εμβρυική κατάσταση στην χώρα μας. Κι τούτο όχι γιατί δεν υπήρχε το κατάλληλο Ιατρικό προσωπικό, αλλά γιατί όπως σ’ όλα τα πράγματα στη χώρα μας χρειαζόταν, κάτι που συνεχίζεται εις το διηνεκές, ένας χρόνος επωάσεως μέχρι να γίνουν κατανοητά ορισμένα πράγματα, να επεξεργασθεί η δύσκαμπτη πραγματικότητα και υλοποιηθούν οι ληφθείσες αποφάσεις με τις γνωστές χρονοβόρες, και όχι μόνο, παραμέτρους οι οποίες συνοδεύουν τους σχετικούς διαγωνισμούς και τα στάδια που ακολουθούν.

Χρόνος απαραίτητος ώστε να πεισθούν οι κυβερνώντες ότι κοστίζει φτηνότερα να δημιουργήσεις ένα Ωνάσειο Νοσοκομείο και να το στελεχώσεις από το να στέλνεις καραβάνια ασθενών στο εξωτερικό. Δεν κομίζουμε πιγκουίνους στην Ανταρκτική με το να τα υπενθυμίζουμε απλώς! Άλλα πράγματα κι ενέργειες χρειάζονται! Το να μεγαλώσεις ένα δέντρο σωστά, απαιτούνται δέκα χρόνια, έλεγε κάποιες εποχές ο Κομφούκιος, αλλά το να μεγαλώσεις και να εκπαιδεύσεις έναν άνθρωπο  σωστά χρειάζεσαι… εκατό χρόνια!

Ακόμα ενθυμούμαι τα γεμάτα αεροπλάνα στην αερογέφυρα  Αθήνα-Λονδίνο και αντίστροφα με Έλληνες ασθενείς και τους συγγενείς τους. Ακόμα βουίζει στα αυτιά μου η προσποιητή ευγένεια και συγκεκαλυμμένη ειρωνεία των Άγγλων συναδέλφων μου στη θέα Ελλήνων ασθενών σε κάποια νοσοκομεία του Λονδίνου! Βέβαια, τα χρόνια πέρασαν, η κατάσταση έβαινε επί τα βελτίω, αλλά η Ιατρική επιστήμη διαρκώς εξελίσσεται με απώτερο σκοπό την θεραπεία των παθήσεων ή τη βελτίωση έστω των συμπτωμάτων, των ενοχλημάτων και του προσδόκιμου επιβίωσης των ασθενών.

Τέτοιοι λόγοι οδήγησαν και μένα κάποια μακρινή εποχή μ’ ένα συγγενικό μου πρόσωπο σε ένα Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα σε μεγάλο Νοσοκομείο του Όφενμπαχ, ενός ανατολικού προαστίου της Φρανκφούρτης καλοκαιριάτικα.

Δύσκολο πραγματικά, να κυλήσουν δύο, τρεiς μήνες σε ξένη πόλη, άγνωστη εν πολλοίς. Πρέπει να οργανώσεις το χρόνο σου, να τον κατανείμεις στις διάφορες υποχρεώσεις σου. Υποχρεώσεις που έχουν να κάνουν πρώτα από όλα με το σκοπό της επίσκεψής σου εδώ πέρα. Και ο πρώτιστος σκοπός, ήταν συγκεκριμένος, και στη συνέχεια υποχρεώσεις ακόμα που έχουν να κάνουν με τις βασικές ανάγκες  διαμονής και διαβίωσης.

Παρ’ όλα αυτά, πάντα μπορεί να κλέψει κανείς λίγο χρόνο απ΄όλες τις άλλες υποχρεώσεις του και να τον αφιερώσει στη γνωριμία αυτού του τόπου και της πόλης. Γιατί η ξεκούραση και γενικά η καλή ψυχολογική κατάστασή σου είναι επίσης ουσιώδους σημασίας σ’ αυτά τα ταξίδια. Κι όταν είσαι εσύ ο ίδιος καλά, όταν αισθάνεσαι εσύ καλά τότε και μόνο τότε μπορείς να φανείς χρήσιμος και σε αυτούς που έχουν την ανάγκη σου. Είτε με τη φυσική σου παρουσία, είτε με την ψυχολογική σου υποστήριξη, χωρίς υπερβολές και συναισθηματισμούς, πέρα από συμπεριφορές μεσογειακές, υποκριτικές στο μεγαλύτερο βαθμό. Συμπεριφορές που έχουν να κάνουν με την παρουσία των συγγενών των ασθενών στα Ελληνικά Νοσοκομεία, κατάλοιπο ίσως άλλων εποχών και φυσικά αναφέρομαι στην ολονύκτια και ολοήμερη παραμονή τους πλάι στον άνθρωπό τους πιστεύοντας ότι δήθεν κάτι τους προσφέρουν. Να μην αναφερθούμε βέβαια και στο γεγονός ότι έχουμε γίνει ουκ ολίγες φορές μάρτυρες κωμικοτραγικών καταστάσεων, μερικές φορές επικίνδυνων!

Η πολύχρονη παρουσία και εργασία των γιατρών στα Ελληνικά Νοσοκομεία είναι ο καλύτερος μάρτυρας των τεκταινομένων. Καταστάσεις σαφώς γελοίες, καταδικασμένες από το χρόνο, από την εξέλιξη της κοινωνίας μάλλον προς το καλύτερο και σίγουρα από την αναβάθμιση των νοσηλευτικών μας ιδρυμάτων και των προσφερομένων υπηρεσιών τους. Καταστάσεις σίγουρα τριτοκοσμικές που δεν μας τιμούν σαν λαό και σαν χώρα.

Νομίζω όμως ότι το μέτρο πρέπει να βασιλεύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Γιατί τώρα μόλις θυμήθηκα μια εμπειρία κάπως παράξενη, πρωτόγνωρη για μένα σε ελληνικό νοσοκομείο, μερικά χρόνια πριν, τελείως αντίθετη από την προηγούμενη, όταν σε ένα τροχαίο ατύχημα που ενεπλάκη ένα ζευγάρι τουριστών, σκοτώθηκε ο σύζυγος και η σύζυγος μετά το αρχικό σοκ που κράτησε λίγη ώρα, μας παρακάλεσε να κρατήσουμε το νεκρό και να τον στείλουμε πίσω στην πατρίδα της μετά από μια εβδομάδα. Όταν την ρωτήσαμε γιατί, ορθά κοφτά μας είπε ότι τώρα μόλις άρχισαν οι διακοπές της στην Κρήτη κι’ ότι δεν μπορούσε να τις χάσει, αφού τις είχε πληρώσει! Ακραίες καταστάσεις σίγουρα. Και οι δύο!

Να ξαναγυρίσουμε πάλι στη Φρανκφούρτη. Κι εδώ που τα λέμε η Φρανκφούρτη σαν πόλη έχει αρκετά να δείξει στον ξένο, στον επισκέπτη, τον τουρίστα. Εκ πρώτης όψεως δεν μπορώ να πω ότι ήταν ελκυστική. Τουλάχιστον στο κέντρο της. Αλλού μεγάλοι δρόμοι κι’ αλλού στενά δρομάκια. Σίγουρα καινούρια πόλη, χτισμένη στην πλειοψηφία της μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αυτό που σε καθηλώνει όμως είναι το οικονομικό της κέντρο. Η περιοχή των ουρανοξυστών στην οποία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αναρίθμητες άλλες Τράπεζες και οικονομικές  υπηρεσίες. Το Μανχάταν, όπως αποκαλείται της πόλης της Φρανκφούρτης. Αναρίθμητοι ουρανοξύστες ξεπετάγονται εδώ κι’ εκεί με αποτέλεσμα να έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στην κυριολεξία στο κέντρο του Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη. Ο πληθυσμός της αρκετά ανομοιογενής. Υπολογίζεται ότι ο ένας στους τέσσερις κατοίκους της είναι ξένος, μετανάστης ή πρώτης και δεύτερης γενιάς απόγονος. Έλληνες, Τούρκοι, Άραβες, Πακιστανοί, Κινέζοι κι’ ένα σωρό άλλοι απ’ όλο τον κόσμο. Φαινόμενο που σίγουρα είχε να κάνει με την οικονομική άνθηση της Γερμανίας τις τελευταίες δεκαετίες. Τα ελληνικά εστιατόρια αφθονούν στο κέντρο της πόλης. Οι Έλληνες ταξιτζήδες επίσης αρκετοί. Όλοι τους όμως όχι τόσο ευχαριστημένοι όπως τα παλιότερα χρόνια από πλευράς οικονομικής. Η οικονομική ύφεση της Γερμανίας τις προηγούμενες δεκαετίες και η αύξηση της ανεργίας σίγουρα επηρέασε κι’ αυτούς, όπως και τους Γερμανούς στο σύνολό τους.

Αυτή είναι και η αιτία, άλλωστε, που ξανάκαναν την εμφάνισή τους τα ναζιστικά κινήματα σε πολλές πόλεις τους. Αυτή που πιθανόν ν’ αλλάξει και τον πολιτικό χάρτη της χώρας τους στο άμεσο μέλλον συμπαρασύροντας και φέρνοντας στο προσκήνιο  και άλλα θέματα όπως η μείωση του αριθμού των μεταναστών σ’ αυτή τη χώρα, η μη αποδοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες μέλος και άλλα πολλά που είδαμε και ζήσαμε τα προηγηθέντα χρόνια. Μεγάλα καταστήματα στο κέντρο, πολυκαταστήματα στην πραγματικότητα με τιμές και ποιότητα σίγουρα καλύτερες από τις αντίστοιχες των ελληνικών.

Ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της Φρανκφούρτης είναι ο Zeil, ο οποίος ουσιαστικά είναι πεζόδρομος. Από περπάτημα, βόλτες, πεζόδρομους και αξιοθέατα σ αυτή την πόλη,  ο επισκέπτης μάλλον θα μείνει ικανοποιημένος. Τα πεζοδρόμια είναι αρκετά φαρδιά στους κεντρικούς δρόμους και υπάρχουν αρκετές πλατείες, καινούργιες και παλιές. Στο κέντρο της παλιάς πόλης αξίζει να επισκεφτεί κανείς την πλατεία Ρέμεμπεργκ με τα απομεινάρια παλιών οικισμών και σπιτιών του 15ου μέχρι και τον 18ο αιώνα και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο νότιο τμήμα της. Ακόμα την Όπερα της Φρανκφούρτης με τη νεοκλασική της πρόσοψη,  το Χρηματιστήριο και το Χάουπτβάχε, ένα κομψό κτίριο αρκετά παλιό που λειτουργούσε σαν πειθαρχείο, αλλά σήμερα είναι ένα υπέροχο και κομψό καφέ.

Γνωρίζοντας την πόλη, ολοένα κι’ αλλάζω μέσα μου την αρχική εντύπωση που είχα σχηματίσει γι'αυτή. Υπάρχουν γωνιές, αξιοθέατα που πραγματικά χρειάζονται λίγες μέρες και λίγη υπομονή για να απολαύσει κανείς. Λίγο νότια του Χάουπτβάχε βρίσκεται το πατρικό σπίτι του Γκαίτε, αυτού του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα στο οποίο σώζονται οι πρώτες εκδόσεις αρκετών έργων του και το  γραφείο του. Δίπλα ακριβώς το μουσείο Γκαίτε, που εγκαινιάστηκε το 1997, με μια συλλογή αντικειμένων του συγγραφέα.

Η διαδρομή όμως που δεν πρέπει να χάσει κανείς, είναι στις όχθες του ποταμού Μάιν, παραπόταμου του Ρήνου, που διασχίζει την πόλη, σχεδόν στη μέση ή ακόμα μια βόλτα με τα καραβάκια. Από κει έχεις μια διαφορετική θέα, από άλλη γωνία, μια αλλιώτικη αντίληψη της πόλης. Βλέπεις το καταπράσινο σιγανό ποτάμι, τις ιστορικές γέφυρες που συνδέουν τις δύο μεριές της πόλης,  τα ψηλά  δέντρα από δω κι’ από κει και τους  πανύψηλους πύργους και τους ουρανοξύστες στο βάθος ειδικά όταν βρίσκεσαι στην νότια πλευρά, απέναντι απ’ το οικονομικό κέντρο.

Και στις δύο πλευρές του ποταμού μπορεί κανείς να επισκεφτεί ένα σωρό μουσεία, πέρα  από το γεγονός ότι μπορείς να τα συνδυάσεις με διαλείμματα για καφέ και ανάπαυση στις άφθονες καφετέριες που βρίσκονται εκεί. Στη βόρεια πλευρά, εκτός από αυτά που είπαμε, υπάρχουν το Εβραϊκό Μουσείο, το Ιστορικό Μουσείο, το αδιάφορο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, το Μουσείο Στρούβελπετερ και η  πινακοθήκη Σίρν. Κι ακόμα ένας  ζωολογικός  κήπος με μπόλικα ζώα από την Αφρική, για τους μικρούς και όχι μόνο, όπου μπορεί κανείς πραγματικά να περάσει μια όμορφη και ενδιαφέρουσα μέρα, μακριά απ’ τη φασαρία και την κυκλοφορία.

Στη νότια πλευρά, πάλι, μπορείς να επισκεφτείς εφτά μεγάλα  μουσεία, τα οποία βρίσκονται σχετικά κοντά το ένα με το άλλο. Το Ινστιτούτο Τέχνης Στέντελ (Στέντελσες Κούνστινστιτουτ), μια από τις σπουδαιότερες πινακοθήκες της Γερμανίας με ένα πανόραμα της Γερμανικής ζωγραφικής, το  Μουσείο Αρχαίας Γλυπτικής με γλυπτά μέχρι και τον 19ο αιώνα, το Εθνολογικό Μουσείο, το Μουσείο Αρχιτεκτονικής, το Μουσείο για το Ταχυδρομείο και την Επικοινωνία, το Γερμανικό Μουσείο Κινηματογράφου και το Μουσείο των  Εφαρμοσμένων Τεχνών.

Στον ξενώνα του Νοσοκομείου που διέμενα υπήρχαν κι’ άλλοι αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι συνήθως έμεναν κι’ αυτοί για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού τα σχήματα της ακτινοθεραπείας και των ειδικών τεχνικών που χρησιμοποιούσαν εδώ ήταν αρκετά χρονοβόρα και γινόντουσαν με σύνεση και με πολύ προσεκτικό σχεδιασμό για τον κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών.  Στο χολ του τετάρτου ορόφου σχεδόν όλα τα βράδια γινόταν συμμάζωξη και ακολουθούσε η καθιερωμένη πολιτική ανάλυση για την κατάσταση στην  Ελλάδα, το σύστημα υγείας της σε απαραίτητη και περίοπτη θέση συζήτησης,  οι αιτίες για τη σημερινή του κατάσταση και ένας θεός ξέρει ακόμα πόσα θέματα.  

Φεύγοντας από εκεί αλλά και από τη Φρανκφούρτη για το γυρισμό στην πατρίδα, είσαι γεμάτος ανάμικτα αισθήματα χαράς αφού όλα πήγαν καλά στο αντικειμενικό σκοπό της επίσκεψης, επειδή γνώρισες σχετικά αρκετά πράγματα απ’ αυτή την πόλη και λύπης που αποχωρίζεσαι ένα μέρος που σε φιλοξένησε αρκετό χρονικό διάστημα και ακόμα μεγαλύτερη λύπη για τις απαράδεκτες καθυστερήσεις του εθνικού μας αερομεταφορέα από και προς το εξωτερικό την εποχή εκείνη, όπως και στο εσωτερικό άλλωστε.

Τι να κάνω να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα, μου είπε μια μέρα ο Μάρκος, ένας εβδομηντάρης ασθενής με καταγωγή από τη βόρεια Ελλάδα. Δεν ήταν παντρεμένος και ζούσε μόνος του. Τώρα νοσηλευόταν για κάποια κακοήθη ασθένεια της περιοχής του τραχήλου και υποβαλλόταν σε ταυτόχρονη χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Όταν γύρισα πίσω στην πόλη μου μετά τη συνταξιοδότηση, δε μου  έδινε κανένας σημασία. Όλοι με είχαν ξεχάσει! Και φυσιολογικό είναι, μονολογούσε. Σαράντα πέντε χρόνια λείπω απ’ την Ελλάδα και  δουλεύω εδώ στη Φρανκφούρτη! Και βάλθηκε, μια μέρα μεταξύ των πολλών, να μου εξιστορεί τις εμπειρίες του σαν σερβιτόρος σε ελληνικό εστιατόριο τα τελευταία χρόνια, αλλά και όλα τα προηγούμενα χρόνια που ήταν νεότερος και δούλευε σαν σερβιτόρος πάλι, αλλά όμως σε ελληνικό τυπικό μπουζουξίδικο. Και τι δεν μου εξιστόρησε όλες τις μέρες, αλλά και εκείνη! Μου είπε για τον εαυτό του, για τη ζωή του, για τα τόσα χρόνια που πέρασαν μακριά απ’ τους δικούς του, για το ελληνικό δαιμόνιο και τις δυο πλευρές του, την καλή και την κακή. Μέσα σε λίγες ώρες έμαθα πράγματα που ούτε καν μπορούσα να σκεφτώ, να φαντασθώ  ή να διανοηθώ! Μου περιέγραψε τον αγώνα των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, τις περιουσίες που άλλοι έκαναν, άλλους που μετά από μερικά χρόνια  γύρισαν πίσω, άλλους που τις εξαφάνισαν σε τυχερά παιχνίδια ή στα μπουζούκια κι’ άλλους που αφομοιώθηκαν από την καινούργια πατρίδα με όποιο τρόπο μπορούσαν.

Τα ελληνικά συγκροτήματα, για κάποιους πολύ γνωστούς και επώνυμους Έλληνες τραγουδιστές που κατά κύματα πήγαιναν κι έρχονταν, άλλες φορές για λίγο κι’ άλλες για περισσότερο, αφού εκεί υπήρχε χρήμα και οικονομικό συμφέρον, τις ιδιορρυθμίες αρκετών απ’ αυτούς που είχαν να κάνουν με την καλλιτεχνική, αλλά και την  αυστηρώς προσωπική τους ζωή. Όταν ξαφνικά μια στιγμή τον ρώτησα σε πια κατηγορία των Ελλήνων μεταναστών θα κατέτασσε τον εαυτό του, σκοτείνιασε το πρόσωπό του!

Σε καμία, μου απάντησε! Άλλωστε δεν έχει κανένα νόημα! Εγώ σε μερικούς μήνες θα πεθάνω! Άντε να ζήσω με τις καλύτερες προβλέψεις κάνα χρόνο! Μου το είπε κατάμουτρα ο γιατρός μου!

Προσπάθησα ως γιατρός να του πω ότι δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα, ότι η επιστήμη μας αλλάζει ταχύτατα, κάποια πράγματα που ως τώρα θεωρούνταν ανίατα εύρισκαν και τύχαιναν καλύτερης  αντιμετώπισης, με άλλη πρόγνωση.... Με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα καλοσυνάτο και γέλασε μ’ ένα χαμόγελο κρυμμένο κάτω απ’ τα χείλη του.

Εγώ ξέρω, μου είπε. Ξέρω καλά. Το διαισθάνομαι. Αλλά να σας πω, δεν με πειράζει.

Το βλέμμα του βρισκόταν πέρα μακριά και κοιτούσε προς τα έξω απ’ το κλειστό παράθυρο του θαλάμου του, τα πανύψηλα δέντρα που βρισκόντουσαν σε αφθονία γύρω από το νοσοκομείο, ανατολικά και νότια του Όφενμπαχ.

Δεν αφήνω, γιατί δεν έχω, τίποτα πίσω μου! Ούτε περιουσία, ούτε κάτι πολύτιμο άλλο. Μόνο αυτή τη σύνταξή μου από το γερμανικό κράτος, που ως τώρα  μου φτάνει. Το πιθανότερο είναι ότι όταν πεθάνω, δεν θα το μάθουν ούτε οι συγγενείς μου που ζουν ακόμα στην Ελλάδα. Μπορεί και να μην ενδιαφερθούν καθόλου. Και σιγά-σιγά  μου δικαιολόγησε με ατράνταχτα επιχειρήματα τα λεγόμενά του.

Σε λίγο τον φώναξε μια νοσηλεύτρια γιατί ήταν η ώρα του για τη συνεδρία της ακτινοθεραπείας. Τον κοιτούσα που έφευγε ψηλός, στητός, αγέρωχος με κουμπωμένη τη ρόμπα και τα χέρια στις τσέπες, αλλά με εμφανή τα σημάδια στο κεφάλι και το λαιμό από την αρρώστια του.

Ποιος ξέρει, σκέφτηκα. Μάλλον έχει φιλοσοφήσει τα πράγματα και έχει αποδεχτεί τη μοίρα του, μπορεί να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του για το αντίθετο, μπορεί ίσως να μην τον νοιάζει πραγματικά ή μπορεί να με ντρεπότανε που μου εκμυστηρεύτηκε τόσα πράγματα απ’ την ιδιωτική του  ζωή εκείνους τους μήνες. Ποτέ δεν θα το μάθω κι’ ούτε έχει καμιά πρακτική σημασία, άλλωστε. Μήπως και σαν γιατρός ή όλοι οι γιατροί  γενικότερα, μπορούμε να υπεισέλθουμε στη ψυχολογία των ασθενών μας ή να κατανοήσουμε τα προβλήματα και τη συμπεριφορά τους, ειδικά όταν βρίσκονται στα τελευταία στάδια της αρρώστιας τους;

Όταν βλέπουν το θάνατο να πλησιάζει!

Γιατί, σίγουρα, το διαισθάνονται!

Και καταλαβαίνουν πολύ καλά τα ανίσχυρα επιχειρήματά μας παρά το γεγονός ότι πάντα ψάχνουν μια ελπίδα μέσα στο βυθό των ματιών μας. Έστω μικρή!

Αυτό, που δε θα μάθουμε ποτέ, βέβαια, είναι τι σκέπτονται.

Τι απολογισμό κάνουν τις ατέλειωτες ώρες που είναι μόνοι φαινομενικά, αλλά  μαζί με το δράμα τους.

Αν μετανιώνουν για κάτι  που έκαναν!

Ή μήπως για κάτι που δεν έκαναν!

Ή ποιος ξέρει τι άλλο!

Αναλογίζονται τον εαυτό τους, τη ζωή τους και τον τρόπο που κύλησε, τους άλλους που αφήνουν πίσω τους ή τι άλλο άραγε;

Μας κρατάνε κακία που εμείς είμαστε καλύτερα απ’ αυτούς;

Αναπάντητα ερωτήματα για τους ακόμα υγιείς!

Τον Μάρκο δεν τον χαιρέτησα, φεύγοντας ένα μήνα αργότερα, ούτε του τηλεφώνησα στον αριθμό που μου έδωσε. Σκόπιμα, αν και αργότερα το μετάνιωσα.

Ήξερα ότι δε θα ξαναμάθω νέα του!

Ούτε θα τον ξαναδώ!