Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Στα ερείπια της ένδοξης Καρχηδόνας

Αυτή λοιπόν ήταν η σπουδαία Καρχηδόνα, ο φόβος και ο τρόμος της εποχής της;

Καρχηδόνα σχορετσανίτης ερείπια ταξίδι

Μια κάπως αμφιθεατρική άποψη του χώρου της αρχαίας Καρχηδόνας. Στο βάθος οι ακτές της Βόρειας Αφρικής.

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Ο Αλφόνσος Ντε Λαμαρτίνος ποτέ δεν μπόρεσε να έχει το παραμικρό συναισθηματικό ενδιαφέρον για την Καρχηδόνα, παρά τις δυστυχίες και τη δόξα της. Ο Αννίβας του φαινόταν σαν ένας στρατηγός της Εταιρείας των Ινδιών, που έκανε μια λαμπρή, ηρωική εκστρατεία και ταυτόχρονα μια εμπορική επιχείρηση, στις πεδιάδες της Τρασιμένης! Όπως όλοι οι εγωιστές λαοί, έτσι και αυτός ο λαός τελικά τον αντάμειψε αρκετά γενναιόδωρα, μπορούμε να πούμε, με την εξορία και το θάνατο.

Πλησιάζοντας τον Ιούλιο του 1832 στις ακτές της Αφρικής  και είκοσι πέντε λεύγες μακρυά από αυτές, ο Λαμαρτίνος ζαλισμένος από τα αναρίθμητα ταρακουνήματα του πλοίου λόγω της θαλασσοταραχής, προσπαθούσε να  ξαναδιαβάσει  την ιστορία του Αγίου Λουδοβίκου για να θυμηθεί ακριβώς τις συνθήκες του θανάτου του στην παραλία της Τύνιδας, κοντά στο ακρωτήριο της Καρχηδόνας. "…το πλοίο όμως τρανταζόταν από τη μια μεριά στην άλλη μαζί με τα πανιά τα οποία έμοιαζαν με τα τσακισμένα φτερά ενός θαλάσσιου πουλιού, μας καρχηδόνα σχορετσανίτης ερείπιαταρακουνούσε πέρα δώθε στα πλευρά του με αυτό το φοβερό μουγκρητό ενός οικοδομήματος που καταρρέει… Ξασπρισμένα κύματα που ξεπετάγονται μέσα στο βαθύ κόλπο της Τύνιδας και αντανακλούν τις λάμψεις που βγαίνουν μέσα από τους μακρινούς κεραυνούς… Καθώς πλησιάζουμε, προβάλλουν από το σκοτάδι πρώτα το ακρωτήριο της Μπιζέρτας και ύστερα της Καρχηδόνας. Τότε λοιπόν μοιάζουν να έρχονται καταπάνω μας όλες οι φοβερές εκείνες εικόνες, όλα τα μυθικά ή ηρωικά ονόματα που αντήχησαν πάνω μου σ’ αυτή την ακτή δραπετεύουν από τη μνήμη μου και μου θυμίζουν τα ποιητικά ή ηρωικά δράματα, που διαδοχικά αυτά τα μέρη αποτέλεσαν το σκηνικό τους...".

Η  πριγκίπισσα της Τύρου στην ελληνική μυθολογία,  Διδώ, ήταν αυτή  που πήγε αναγκαστικά, αφού έτσι το θέλησε η μοίρα, στη Βόρεια Αφρική και ίδρυσε την Καρχηδόνα. Η Διδώ είχε κληρονομήσει το θρόνο της Τύρου από τον πατέρα της, μαζί με τον σύζυγό της Σιχαίο.

Ο νεότερος όμως αδελφός της, ο Πυγμαλίων, δολοφόνησε τον άντρα της Σιχαίο και κατέλαβε έτσι βίαια την εξουσία. Μόλις το έμαθε η Διδώ, μη θέλοντας προφανώς να δώσει συνέχεια στο οικογενειακό δράμα, πήρε τους θησαυρούς του νεκρού συζύγου της και επιβιβάσθηκε σε ένα πλοίο μαζί με μερικούς αφοσιωμένους κατοίκους της Τύρου και δούλους της. Το πλοίο τους μετέφερε αρχικά στην Κύπρο και στη συνέχεια στις ακτές της Λιβύης, στη χώρα Γετουλία ή Νουμιδία, όπου ζήτησε από τους ντόπιους κατοίκους και τον βασιλιά τους Ιάρβα να την αφήσουν  να χτίσει στην ακτή μία πόλη.

Ο Ιάρβας στην αρχή  αρνήθηκε, όταν όμως η Διδώ τον δωροδόκησε καλά, δέχθηκε, υπό τον όρο η πόλη να καταλαμβάνει τόση έκταση όση ένα τομάρι βοδιού! Η πανέξυπνη Διδώ τότε έκοψε το τομάρι του ζώου σε πολύ στενές λωρίδες και ενώνοντας τη μία με την άλλη, περικύκλωσε τόσο χώρο, ώστε της έφθασε να κτίσει την Καρχηδόνα και την ακρόπολή της, τη Βύρσα (βύρσος σημαίνει δέρμα, τομάρι). Ο καρχηδόνα σχορετσανίτης ερείπιαΙάρβας τότε γοητευμένος από την εξυπνάδα της και την γενικότερη παρουσία της τη ζήτησε σε γάμο, αλλά η Διδώ πιστή στη μνήμη του αδικοχαμένου άντρα της, αρνήθηκε την πρόταση σθεναρά.

Σύμφωνα με μια εκδοχή, για να αποφύγει τις αναμενόμενες συνέπειες από τον βάρβαρο βασιλιά, ανέβηκε σε μια πυρά και αυτοκτόνησε με ένα μαχαίρι. Μετά τον θάνατό της τιμήθηκε ως θεά όπως της άξιζε άλλωστε και κτίσθηκε ο ναός της στο λιμάνι της Καρχηδόνας.

Ο Βιργίλιος (70-19 π.Χ.)όμως από την άλλη μεριά, ζηλεύοντας τη δόξα του Ομήρου και αφού του ανατέθηκε από τον Οκταβιανό, τον πρώτο Ρωμαίο Αυτοκράτορα, έγραψε την Αινειάδα, στην οποία αφηγείται με περισσότερες λεπτομέρειες τις περιπέτειες του Αινεία.

Η Αινειάδα, κατ’ ομοίωση της  Ιλιάδας του Ομήρου, αποτελεί το σημαντικότερο έπος που  γράφτηκε ποτέ στη λατινική γλώσσα,  ένα έπος μεγάλης ιστορικής σημασίας που επιπλέον καταξίωσε και τον Βιργίλιο ως μέγα ποιητή. Στο τέταρτο λοιπόν βιβλίο της Αινειάδας, ο Βιργίλιος περιγράφει τον τραγικό έρωτα της Διδούς για τον Αινεία, όταν αυτός πέρασε από το συγκεκριμένο μέρος της βορειοαφρικανικής ακτής. Ο Αινείας ενώ αρχικώς  ανταποκρίθηκε στον έρωτα της δυναμικής αυτής αλλά και συναισθηματικής ταυτόχρονα γυναίκας, στη συνέχεια  πήρε εντολή από τον Δία να φύγει απ’ εκεί για την Ιταλία, οπότε και άρχισε να ετοιμάζεται να αναχωρήσει για την Ρώμη, κρυφά φυσικά από την ερωτευμένη μαζί του Διδώ.

Όταν η τελευταία το κατάλαβε, άναψε φωτιά μέσα στην οποία έριξε το ξίφος του και καθετί που της θύμιζε  την απιστία του, ανέβηκε αγέρωχα στη φωτιά και κάηκε. Πριν πεθάνει όμως, καταράστηκε μέσα απ’ την καρδιά της τον Αινεία και έκανε ύστατη έκκληση στους Τυρίους να τρέφουν απύθμενο και αιώνιο μίσος σ’ όλους τους Ρωμαίους  απογόνους του.Στην πραγματικότητα, όπως λέει ο Λαμαρτίνος, η Αινειάδα του Βιργιλίου, παρά τις προσπάθειες και τις καλές προθέσεις του τελευταίου, μάλλον χάλασε παρά βελτίωσε τη συνολική εικόνα και την προσωπικότητα της πριγκίπισσας Διδούς.

Η ατυχία της με τον πρώτο δολοφονημένο σύζυγό της Σιχαίο μαζί με την φυσική απώλεια του θρόνου της, η εγκατάλειψή της στη συνέχεια από τον Αινεία στην Καρχηδόνα, που επίσης ερωτεύτηκε, συνιστούν ομολογουμένως μια μεγάλη αβάσταχτη ατυχία για τη καρχηδόνα σχορετσανίτης ερείπιαγυναίκα αυτή, αλλά και για το αδηφάγο αναγνωστικό κοινό όλων των εποχών, που πιθανόν να μην άντεχε τόση ατυχία και απελπισία!

Το 1832, σχεδόν εκατόν ογδόντα  χρόνια πριν, που βρέθηκε ο Λαμαρτίνος εκεί, βόρεια της αρχαίας Καρχηδόνας, το τοπίο μάλλον δεν φαίνεται να έχει αλλάξει αισθητά από αυτό που βλέπουμε σήμερα! Προσπερνώντας την καινούργια πόλη, τα καταστήματα τριγύρω, τους ζητιάνους  και τους ενοχλητικούς μικροπωλητές αναμνηστικών αμφίβολης συνήθως αξίας με  θέμα τι άλλο παρά την αρχαία Καρχηδόνα,  έξω απ’ τον περιφραγμένο χώρο, και το μόνιμα συγκεντρωμένο πλήθος τουριστών που πηγαινοέρχεται, μπαίνοντας στο αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Καρχηδόναςκανονικά από την είσοδο της στεριάς και όχι ατενίζοντας το χώρο από τη μεριά της θάλασσας, βρίσκεσαι σε μια περιοχή που τίποτα δεν θυμίζει τα ένδοξα εκείνα χρόνια, όταν δηλαδή η Καρχηδόνα ήταν μια μεγάλη  εμπορική και οικονομική δύναμη.

Στη διάρκεια των 3ου και 2ου π.Χ. αιώνα έγιναν οι  πόλεμοι μεταξύ  Καρχηδόνας και  Ρώμης. Με τον μεγάλο της στρατηλάτη, τον  Αννίβα, τα έβαλε με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να πολιορκήσει και τη Ρώμη! Ο τρίτος όμως Ρωμαιο-Καρχηδονιακός πόλεμος (149-146 π.Χ.),  ήταν και ο  πλέον επώδυνος, καθοριστικός και σημαδιακός για την τύχη της Καρχηδόνας. Αυτό όμως που ενδιαφέρει την υπομονετική αλλά  αδηφάγο Ιστορία, είναι πως οι πόλεμοι αυτοί τέλειωσαν με την πτώση της Καρχηδόνας και καρχηδόνα σχορετσανίτης ερείπιατην αναπόφευκτη καταστροφή της.

Η πόλη σχεδόν ισοπεδώθηκε και οι κάτοικοί της δυστυχώς, ένοιωσαν έντονα τις  χειρότερες συνέπειες στο πετσί τους, αφού πουλήθηκαν ως συνήθεις δούλοι.  Φτάνουμε μέσα στον Αρχαιολογικό χώρο της Καρχηδόνας, κάπου ψηλά στο λόφο της Βύρσα δεσπόζει ο Ναός του Αγίου Λουδοβίκου, του Γάλλου βασιλιά που πέθανε εδώ από πανώλη το 1270. Τα ερείπια της Αρχαίας Καρχηδόνας ελάχιστα έχουν σήμερα να διηγηθούν και να αποκαλύψουν στον επισκέπτη από την πολύχρονη και πολυτάραχη ιστορία τους.

 

"…Το μάτι δεν βλέπει τίποτα παρά μονάχα ένα γυμνό ακρωτήριο που υψώνεται σε μια έρημη θάλασσα, κάποιες άδειες δεξαμενές ή γεμισμένες από τα ίδια τους τα χαλάσματα, μερικά υδραγωγεία σε ερείπια, κάποιους μόλους καταφαγωμένους από τα κύματα και σκεπασμένους από τα μεγάλα κύματα του πελάγους… Το παρελθόν όμως είναι αρκετό, εκεί όπου λάμπει τόσο φως και υπάρχουν τόσες αναμνήσεις…"καρχηδόνα σχορετσανίτης ερείπια

Εμείς τί άλλο μπορούμε να προσθέσουμε άραγε σ’ αυτά τα λόγια του Λαμαρτίνου; Μερικά καινούργια κτίσματα μέσα στο χώρο που υποστυλώνουν τα παλιότερα, κάτι κίονες ατάκτως ειρημένοι, άλλοι όρθιοι και αλλού ξαπλωμένοι, οι περισσότεροι  σπασμένοι,  κάποια υπολείμματα από παλιά ένδοξα λουτρά, μερικές πέτρες πολυκαιρισμένες από την αιώνια αλμύρα της θάλασσας και τον ανελέητο ήλιο από ψηλά, αναστηλώσεις αβέβαιες, σκάλες που βοηθάνε τους ηλικιωμένους βασικά τουρίστες που αγκομαχάνε ανεβοκατεβαίνοντας να προλάβουν να δουν όσο το δυνατόν περισσότερα, σχεδιαγράμματα που  παριστάνουν αρχιτεκτονικά την πόλη, τα κτίρια και τους δρόμους της  όπως ήταν τότε στις ένδοξες εποχές πίσω από πρόχειρες γυάλινες προθήκες, άλλα να εξηγούν παραστατικά τις διάφορες μάχες που έλαβαν χώρα στα μέρη ετούτα, τα περισσότερα να μην τους δίνει κανένας επισκέπτης την προσοχή που απαιτούν τέτοια μεγάλης σημασίας γεγονότα, για ποιόν άραγε σήμερα, όλα αυτά  γεννάνε αφόρητο πόνο και  ερωτήματα που φυσικά δεν αναμένουν το αυτονόητο, δηλαδή το έτερον συστατικό του ερωτήματος, όσον αφορά την ανθρώπινη μανία, τη φιλοδοξία των κρατούντων σ’ όλες δυστυχώς τις εποχές και κοινωνίες, την ανεξέλεγκτη απληστία του ανθρώπου, κι’ όλα αυτά πάνω σε καρχηδόνα ερείπια σχορετσανίτηςμια άκρη της θάλασσας, στη  βόρεια ακτή της Αφρικής, κάτω ακριβώς από τον ψηλό άσπρο τοίχο που περιβάλλει σαν στεφάνι το καλά φυλασσόμενο Προεδρικό Μέγαρο της Τύνιδας, ανάμεσα στα πανύψηλα καταπράσινα δέντρα που μας χωρίζουν με αυτό, που μόνο επιτρέπεται να βλέπεις από μακρυά αλλά όχι και να φωτογραφίζεις ή να βιντεοσκοπείς, αφού αποτελεί κυβερνητικό κτίριο και άρα κινδυνεύεις να χαρακτηρισθείς στη χώρα αυτή το λιγότερο… ανεπιθύμητος!

Αυτή λοιπόν ήταν η σπουδαία Καρχηδόνα, ο φόβος και ο τρόμος της εποχής της; Τι να απαντήσει κανείς; Απογοητεύεται και ο πλέον καλόπιστος, ο έστω και λίγο ή φευγαλέα και προσωρινά ενδιαφερόμενος για την ιστορία, επισκέπτης! Ο ιστορικός όμως των επόμενων αιώνων μέχρι και σήμερα, αλίμονο, την ξέρει πολύ καλά! Την καταστρέψανε και την κάψανε τόσες φορές που δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα όρθιο!

Τα Ρωμαϊκά λουτρά, οι θέρμες του Αντωνίνου, στην ακρίβεια ότι απέμεινε απ’ αυτές, λίγες μισογκρεμισμένες αίθουσες, μεγάλα τμήματα όμως ευτυχώς  της τοιχοποιίας και κάτι θόλοι πλινθόκτιστοι, αποζημιώνουν τον τουρίστα, δεν ξέρω πόσο τον απαιτητικό ιστορικό, εδώ σ'αυτή τη μύτη της βόρειας Αφρικής. καρχηδόνα ερείπια σχορετσανίτης

Ευτυχώς που μαζί μ’αυτά  υπάρχει και το αξιόλογο μουσείο ψηλά στη κορυφή του λόφου που κεντρίζει και ενεργοποιεί τη φαντασία των  περισσότερων. Πολύ ελκυστικά εκθέματα, όπως ψηφιδωτά, μάσκες, επιγραφές,  σαρκοφάγοι, αντικείμενα καθημερινής χρήσης των χρόνων εκείνων, αρχαία μουσικά όργανα και άλλα πολλά αντικείμενα εκτεθειμένα με πολύ ενδιαφέροντα χρονολογικό τρόπο. 

"…Η μοναξιά και ο θάνατος, η μοναξιά και το παρελθόν, που είναι ο θάνατος των πραγμάτων, ενώνονται αναγκαστικά μέσα στην ανθρώπινη σκέψη. Η συμφωνία τους είναι μια μυστηριώδης αρμονία…", σκεπτόταν ο Λαμαρτίνος καθώς άφηνε την αρχαία Καρχηδόνα και μπαρκάριζε για τη Μάλτα συνεχίζοντας τις τόσο απαραίτητες για την υστεροφημία του περιπλανήσεις, σίγουρα ενοχλημένος κάπως από την αδιαφορία που γεννά η  καθημερινή συνήθεια για πολλά πράγματα, αλλά πιο πολύ από την αναπόφευκτη ιεροσυλία της λήθης!

Και συνέχισε να ατενίζει τη θάλασσα, γράφοντας ασταμάτητα τα απομνημονεύματά του, κρατώντας  τις ταξιδιωτικές του σημειώσεις και εντυπώσεις που τόσο πολύ ήθελε να εκδώσει στη Γαλλία, ζηλεύοντας τη δόξα άλλων συμπατριωτών του,  φροντίζοντας τα  Τετράδιά του όπως ήθελε να τα αποκαλεί, και κάπου κάπου στα ενδιάμεσα διαστήματα διορθώνοντας το "Όραμα", το ποίημά που του πήρε πολύ καιρό να τελειώσει και που έστειλε αργότερα στο γαμπρό του στη Γαλλία, Ντε Μοντερό:

καρχηδόνα ερείπια σχορετσανίτης"…Δεν υπάρχει πλέον ο χρόνος, με πρόφτασε ήδη η μεσημβρία της ζωής! 

Πολύ έχω υποφέρει και μέσα μου το πνεύμα έχει ανδρωθεί!...

Μόλις εγκατέλειψα τη γη όπου η βουή των κυμάτων, πέρα μακρυά σας βασανίζει και σας ακολουθεί… 

Αυτή είναι η Ευρώπη, όπου τα πάντα γκρεμίζονται και καταρρέουν, τα πάντα πενθούν κι αν ακόμα υπάρχουν κάποια ερείπια, περιμένουν από ώρα σε ώρα την τελική τους πτώση…".

Στον αντίποδα, ο συμπατριώτης του Λαμαρτίνου, HenriMichaux, υιοθετεί την καθημερινή συνήθεια και την αδιαφορία για τα καθημερινά και εκφράζεται θετικά γι’ αυτή. Ο Henri Michaux, πριν αρχίσει τα φανταστικά  ταξίδια από το 1956 και μετά στο σπίτι του με τη βοήθεια της μεσκαλίνης, των παραισθησιογόνων και των ναρκωτικών, επιχείρησε πολλά πραγματικά, μακρυνά και δύσκολα ταξίδια πριν από ένα αιώνα. Ένα απ’ αυτά ήταν στο μακρυνό Εκουαδόρ που βρέθηκε σχεδόν ολόκληρο το 1928, σε σχετικά μικρή ηλικία και με διαγνωσμένα ήδη σοβαρά προβλήματα υγείας με την καρδιά του.
 

Στο τέλος λοιπόν των ταξιδιωτικών του σημειώσεων που αργότερα έγιναν βιβλίο, γράφει έναν επίλογο μάλλον παρά "Πρόλογο σε κάποιες αναμνήσεις", όπως ήθελε ο ίδιος να τον ονομάζει. Ας τον αφήσουμε όμως στην πολύπαθη ηρεμία του,  να αυξήσει και λίγο  τον όγκο του βιβλίου του, αφού ανησυχεί βλέποντας μια τόσο μεστή χρονιά όπως αποδείχτηκε το 1928, να αποτυπώνεται δυστυχώς σ’ ελάχιστες μόλις σελίδες χαρτιού:

"… Θα μπορούσε η πιο απλοϊκή και μονότονη ζωή, να είναι η πιο ελκυστική. Ο ερημίτης που για μυριοστή φορά γυρνά στην καλύβα του νοιώθει συνεπαρμένος. Το ουσιώδες γι’ αυτόν είναι η επιστροφή σε μια καλύβα, που ενώ εντός του είναι τόσο οικεία, παρ’ όλα αυτά βρίσκεται εκεί έξω απτή και μοναδική. Η προσκόλληση στις συνήθειες έχει κάτι το μεγαλειώδες…".

Λίγο παρακάτω βέβαια, ο βαθμός της αντίθεσης με το Λαμαρτίνο φαίνεται να γίνεται ακόμα μεγαλύτερος, όταν εμπλέκεται η έννοια της  ταξιδιωτικής συγγραφής, με την καθημερινότητα και τη φιλοσοφία:

"… Περιττό να πούμε ότι οι ταξιδιώτες, όταν γράφουν στερούνται μεγαλείου (εδώ αίτια και αποτελέσματα συγχέονται), αντίθετα με τους φιλοσόφους που τόσο λίγο γνωρίζουν τα επίγεια. Υπάρχουν μάλιστα και ορισμένοι φιλόσοφοι που από το πάθος τους για την επανάληψη, φτάνουν στο σημείο εντελώς καλόπιστα, σε κάθε ον να βλέπουν μόνο το είναι… Διακρίνουν τις διαφορές τους, αλλά το επαναλαμβανόμενο ον τους συνεπαίρνει πέρα από κάθε διαφορά…".

Κι ο καθημερινός πολίτης της διπλανής πόρτας που προσπαθεί να ξεφύγει μερικές φορές για λίγο, από την καθημερινή συνήθεια τις περισσότερες φορές, απ’ τους άλλους λιγότερες, απ’ τον εαυτό του αρκετές κι’ ας μην το συνειδητοποιεί, ποιόν να εμπιστευθεί άραγε; Τους ταξιδευτές, τους συγγραφείς, τους φιλοσόφους ή τι άλλο;            

Βιβλιογραφία

-  Λαμαρτίνος Ντε Αλφόνσος: Οδοιπορικό ψυχής. Από την Καρχηδόνα και τη Μάλτα στο Λίβανο και τους Αγίους Τόπους. Εισαγωγή-Μετάφραση Πωλίνα Πεφάνη. Εκδόσεις Στοχαστής. Χειμώνας 2002. Αθήνα.

- MichauxHenri: Εκουαδόρ. Ταξιδιωτικό Ημερολόγιο. Πρόλογος-Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη. Εκδόσεις Άγρα. Δεκέμβριος 2001. Αθήνα