Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Ψυχή μπλε και κόκκινη, του Περικλή Σφυρίδη

’’Τι τα θέλεις και τα γράφεις αυτά για τους συμμορίτες και τους κομμουνιστές’’!

ψυχή μπλε και κόκκινη σφυρίδης κομμουνιστές σχορετσανίτης

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για καινούριο μυθιστορηματικό βιβλίο. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1996, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, αλλά πρόσφατα κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Δεν είχα την παλιά εκείνη έκδοση στην κατοχή και τη βιβλιοθήκη μου. Προτιμούσα, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, τις άλλες συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα, τις πιο βιωματικές, έτσι τουλάχιστον πίστευα έως τότε, γεμάτες σελίδες από εμπειρίες ιατρικές κατά πλειοψηφία, με κάποιες ελάχιστες ίσως πινελιές μυθοπλασίας (Χαράμι, Κούφια λόγια, Από πρώτο χέρι, κα.) από την εποχή ήδη των ιστορικών και ομολογουμένως άρτια τυπωμένων ’’Εκδόσεων Διαγωνίου’’ της Θεσσαλονίκης, με τα τόσο γνώριμα, υπέροχα και ιστορικά θα έλεγα, άσπρα και σκληρά εξώφυλλα, κάποιες δεκαετίες πριν.

Το πήρα μαζί μου στις καλοκαιρινές μου διακοπές στην ιδιαίτερη πατρίδα και γενέτειρα, στα Τρίκαλα, όπου θα βρισκόμουνα για δέκα ημέρες. Διαβάζω κάποια στιγμή ένα μεσημέρι μέσα στο ανελέητο θεσσαλικό καύσωνα που μου θύμιζε την  παιδική μου ηλικία, λίγα εισαγωγικά σχόλια του συγγραφέα: ’’Η ψυχή μου είναι βαμμένη μπλε και κόκκινη, σαν της πατρίδας, με τα μπλε και κόκκινα παιδιά της. Όταν τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μου άρχισαν να αναδύονται βασανιστικά στη μνήμη, σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να χαθούν, καθώς πλησιάζει πια η στιγμή που θα διαβώ το κατώφλι της ανυπαρξίας.

Έγραψα λοιπόν το μυθιστόρημα αυτό, αξιοποιώντας τα βιώματά μου από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα χρόνια της Αντιπαροχής που ακολούθησαν, όπως έπραξαν πριν από μένα κι άλλοι άξιοι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης, για να μη μείνει η εποχή αυτή πεδίο μελέτης των νεότερων μόνο ιστορικών, που με την ψυχρή επιστημονική τους μεθοδολογία θα την καταχωρήσουν στα τομίδια της πρόσφατης Ιστορίας μας. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα που εξιστορώ είναι τα περισσότερα αληθινά, αν και δεν μπορώ να πω με σιγουριά –ύστερα μάλιστα από τόσα χρόνια– σε ποια σημεία ή ως ποιο σημείο η πραγματικότητα παραχώρησε τη θέση της στη μυθοπλασία.

Η τεχνική που ακολούθησα βασίζεται στην περιγραφή πολλών, σχεδόν αυτοτελών, περιστατικών, που ολοκληρώνουν την τοιχογραφία ή το μωσαϊκό κάθε περιόδου. Προσδοκώ ότι η αναπαράσταση των χρόνων εκείνων θα ζωντανέψει τους χαλεπούς καιρούς στη μνήμη των παλαιοτέρων και θα αποβεί χρήσιμη στους νέους για να κατανοήσουν μια εποχή, που δεν μπορούν καν να την φανταστούν’’.

Για να είμαι ειλικρινής το βιβλίο συμπλήρωσε τις διακοπές μου, μάλλον τελικά μου τις έκλεψε περίεργα και αναπάντεχα θα έλεγα! Στις σελίδες του παρελαύνει μια ολόκληρη εποχή, δεκαετίες  μέσα από οικογενειακά δράματα. Η παραπάνω παράγραφος του συγγραφέα, δεν αφήνει παρερμηνείες όσον αφορά το περιεχόμενο. Κατοχή,  Εμφύλιος πόλεμος  και τέλος τα χρόνια της Αντιπαροχής και του κλεισίματος (;) κάποιων προσωπικών, οικογενειακών, πολιτικών και κοινωνικών λογαριασμών. Κι όμως! Φαίνεται ότι δεν έχει τέλος αυτή η θητεία ή η πορεία, για να παραφράσουμε κάποιον άλλο ποιητή της Θεσσαλονίκης της ίδιας γενιάς με το συγγραφέα! Τουλάχιστον έως τώρα!

Ένα μεσημέρι καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας στο πατρικό μας σπίτι με την υπερήλικη μάνα μου συζητούσαμε, τι άλλο, παρά οικογενειακά θέματα. Ίσως η ίδια το επιδίωξε για προφανείς λόγους, που είχαν φυσικά να κάνουν με την περασμένη ηλικία της. Είχε φέρει κάτι φακέλους με χαρτιά που ξετρύπωσε από ένα συρτάρι της ντουλάπας της που επέμενε πεισματικά να μου δείξει και επεξηγήσει το περιεχόμενό τους.  

’’Δε μας φέρθηκε καλά η ζωή, παιδί μου, είπε κάποια στιγμή, κοιτώντας με βαθειά στα μάτια. Ήμασταν όλοι άτυχοι όλοι μας, πολλές φορές, και αυτό δεν έπρεπε’’. Κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε. Τον πατέρα μου που έφυγε αναπάντεχα μάλλον, σε σχετικά νέα ηλικία από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Το γιo της, το μικρότερο δηλαδή αδελφό μου, που χάσαμε πριν λίγο καιρό από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, και ακόμα κάποιους άλλους οικείους από κακοήθεις παθήσεις.  

Δεν ήξερα τι να πω, έτσι συνέλαβα τον εαυτό μου προς στιγμήν,  και πώς να σχολιάσω την κατάσταση από την ωμή εισαγωγή της, προσπαθώντας να εξοστρακίσω τεχνηέντως τη συζήτηση αλλού. Μαζί με τα χαρτιά, συμβόλαια περιουσιακών στοιχείων και άλλων σχετικών εγγράφων, έπεσαν κάποια στιγμή στο τραπέζι παλιές φωτογραφίες, συγγενών μας. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν τις είχα δει ποτέ, αλλά οι περισσότερες ήταν των προαναφερθέντων και οι άλλες όπως πήρε η ματιά  μου κάποιων άλλων συγγενών.

Ξαφνικά σταμάτησε κοιτώντας μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που σε μερικές θέσεις άρχιζε να σκουριάζει στις γωνίες από το χρόνο. Προσπάθησα να δω με έκδηλη περιέργεια. Δεν την είχα ξαναδεί, είμαι σίγουρος για αυτό! Επρόκειτο για τη μορφή ενός πεθαμένου νέου στο φέρετρο!  

’’Είναι ο αδελφός μου ο Γιώργος, σκοτωμένος στο Λιτόχωρο! Τον σκότωσαν οι κομμουνιστές. Δεν τα ξέρετε εσείς αυτά. Δεν τον είδα γιατί τον έθαψαν κάπου σε ένα νεκροταφείο στην Κατερίνη, δεν ξέρουμε που! Αργότερα μας έστειλαν ταχυδρομικά αυτή τη φωτογραφία’’!

γιώργος κούτρας νεκρός πόλεμος κομμουνιστές

Μετά από πάροδο δέκα λεπτών περίπου γεμάτα από μισόλογα, συγκινησιακή φόρτιση και αμηχανία, η συζήτηση σταμάτησε κάπως απότομα θα έλεγα. Της έδειξα μια στιγμή το καινούριο μου βιβλίο που μόλις είχε εκδοθεί και κυκλοφορήσει από τις ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις της Αθήνας (Οδοιπορικό στη Σοβιετική και Νέα Βαλτική), αν και η χειρονομία μου αυτή είχε διπλό σκοπό. Αφενός να δει το βιβλίο, αφετέρου να δει την αφιέρωσή μου: ’’Στη μνήμη του Καπετάν Αρέντα’’! Ο τελευταίος ήταν πολύ γνωστός της. Έζησε μαζί του πολλά χρόνια και μάλιστα έκαναν και τρία παιδιά! Είδε και διάβασε τον τίτλο, για μια στιγμή σταμάτησε, και ύστερα το έσπρωξε κάπως απότομα μακριά της και όλο περιφρόνηση μου απάντησε:

’’Τι τα θέλεις και τα γράφεις αυτά για τους συμμορίτες και τους κομμουνιστές’’

Δεν επέμεινα περισσότερο!

Ήξερα λίγο πολύ την ιστορία από παλιότερες αποσπασματικές αφηγήσεις, αλλά ανανέωσα αυθημερόν τις γνώσεις μου και μάλιστα επειγόντως. Παραδοσιακά η έναρξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου,  οριοθετείται στην επίθεση μιας ένοπλης ομάδας ανταρτών του ΕΛΛΑΣ υπό την ηγεσία του Αλέξη Δρόσιου, του ’’Καπετάν Υψηλάντη’’, στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου Πιερίας, τη νύχτα της 30ης  Μαρτίου 1946, προηγούμενη ημέρα των εκλογών.

Εκείνο λοιπόν το βράδυ, η ομάδα του και εκείνος επιτέθηκαν στο σταθμό αυτό, σκότωσαν δώδεκα χωροφύλακες στους οποίους περιλαμβανόταν και ο αδελφός της μάνας μου και ένας πρώτος της εξάδελφος και πυρπόλησαν το κτίριο. Άγνωστο πόσοι κάηκαν ζωντανοί και πόσοι και ποιοι σκοτώθηκαν από σφαίρες, κι ούτε άλλωστε έχει καμιά σημασία. Σκοπός της επίθεσης ήταν να καταδείξουν το υψηλό και ακατάβλητο φρόνημα των κομμουνιστών και ότι παρά τις φυλακίσεις, τις διώξεις και τις εκτελέσεις μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, εκείνοι θα συνέχιζαν.  Οι ιστορικοί λένε ότι η επίθεση αυτή έγινε μετά από  προσωπική εντολή του Γραμματέα του Κ.Κ., Νίκου Ζαχαριάδη. 

γιώργος κούτρας νεκρός πόλεμος κομμουνιστές

Ο πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1933, όπου και συνεχίζει να ζει με κάποια ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, που βρίσκεται στο αγαπημένο του νησί, τη Σκύρο. Τελείωσε το Αμερικανικό Κολέγιο ’’Ανατόλια’’ και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ως μαθητής της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής. Εργάστηκε ως καρδιολόγος, αλλά παράλληλα διετέλεσε και πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (1975-1981).

Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές, αλλά τον κέρδισε οριστικά η πεζογραφία. Το βιογραφικό του πλουσιότατο. Διηγήματα, μυθιστορήματα, μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους, ανθολογίες για πεζογράφους της Θεσσαλονίκης. Σημαντική επίσης ήταν η συνεισφορά του στη λειτουργία των λογοτεχνικών περιοδικών της Θεσσαλονίκης, Τραμ (1987-1991/1996) και Παραφυάδα (1985-1990), αλλά και με συνεργασίες σε πολλά άλλα. Σπουδαία αναγνώριση του έργου του αποτελεί η πολυσέλιδη εργασία της καθηγήτριας του Παν/μίου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Σταυρακοπούλου, με θέμα αποκλειστικά τον ίδιο και το έργο του (Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2011).

Εγκατέλειψα την καλοκαιρινή πόλη των Τρικάλων με κάποιο μούδιασμα είναι αλήθεια, και το ποτάμι που τη χωρίζει στα δύο, το Ληθαίο, με τα νερά και τη… λήθη του, το οποίο  διασχίζοντας το θεσσαλικό κάμπο, χάνεται τελικά στις αγκαλιές του Αιγαίου Πελάγους, αλλά  που δεν παύει να ανακατεύει μνήμες και βιώματα δεκαετίες τώρα!  Όταν έφευγα από τα Τρίκαλα μερικές  μέρες αργότερα οδηγώντας το αυτοκίνητό μου προς την Αθήνα, καρφώθηκε επίμονα στο μυαλό μου η αφιέρωση που μου έκανε ιδιόχειρα λίγους μήνες πριν ο συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης, σε μια από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, και μου το έστειλε στον τόπο διαμονής μου, στο Ηράκλειο:  

’’………. ψυχή μπλε και κόκκινη, όπως είναι  ψυχή όλων μας’’!

Περικλής Σφυρίδης