Top Menu

Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Δυο φυλές σ’ ένα μαντρί…

Μανώλη Μπολιουδάκη Κυπαρίση Γερακάρι

Με τον Αλή τον Πακιστανό εκείνο το μεσημέρι του Ιούλη στο οροπέδιο  «Γιους Κάμπος».

Του Μανόλη Παντινάκη

Λες βλέποντας το καταμεσήμερο του περασμένου Ιούλη τον γέροντα ορεσίβιο Μανώλη Μπολιουδάκη, τον Κυπαρίση, όπως ακούγεται πλατύτερα, από το μαρτυρικό Γερακάρι, ότι  αυτός ο παραδοσιακός  «κουραδάρης» έρχεται από ένα άλλο αιώνα! Μέσα στις βουνοκορφές και τις υψηλές θερμοκρασίες  εποπτεύει το κοπάδι του, όπως έμαθε από τα 7 του χρόνια…

  Και τώρα, στις  οκτώμισι δεκαετίες της ζωής του, πάνω στο οροπέδιο «Γιούς Κάμπος», ανάμεσα στο Σπήλι και στο Γερακάρι Ρεθύμνου, αδυνατεί να αλλάξει το « καθημερινό δρομολόγιο στα όρη» και τον τρόπο ζωής του. Ε, δεν είναι και εύκολο!

  Θαρρείς πως τον μεγάλωσαν τα στοιχειά του βουνού. Πως τον  έκαναν «μια σταλιά» και τον κράτησαν όλα τα χρόνια δίπλα τους, ανάμεσα  στους βράχους, τις πέτρες και τους αγριόθαμνους. Στολισμένο το κεφάλι του, όταν « ο ήλιος σκούσε την πέτρα», με το κεφαλομάντηλο  των  Κρητικών, με φανέλα του χειμώνα, με σακάκι, με το κρητικό «βουργιάλι» και στα χέρια τη γνωστή ράβδο των βοσκών, πήρε  τον τελευταίο χρόνο «δυο Αλήδες  απού το Πακιστάν» για να τον βοηθούν, γιατί οι βιολογικές του δυνάμεις υποχωρούν…

  Τα  δάκτυλά του έγιναν κίτρινα από τη νικοτίνη ,και  το τσιγάρο το έβαλε στο στόμα του στα 7 του χρόνια. Τότε, που αντί για καπνό ρούφηξε  «τη θεραπευτική φασκομηλέ».  Σου λέει, πως  «εδά καπνίζω τρία πακέτα το εικοσιτετράωρο και τα τσιγάρα τα αγοράζω με τσι κούτες».

  Σε λίγο φτάνει από τη ρεματιά ο ένας  Αλή  κι ο ηλιοκαμένος γέροντας βοσκός, του ζητά να τρέξει προς το σημείο που είναι τα πρόβατα, «γιατί θα μπούνε στσι κήπους». Ο Αλή δείχνει να έχει άλλη άποψη και του απαντά στη δική του γλώσσα και σε υψηλό τόνο: «Μα πού κάνει πρόβατα έ;». Ο διάλογος  ήταν μπασταρδεμένος κι είχε λέξεις ελληνικές και πακιστανικές και… ολίγον κρητικό ιδίωμα. Άντε  τώρα  να συνεννοηθούν! Γι αυτό και ο γέρο Κρητικός σώπασε.

  Όταν ο μπάρμπα  Μπολιουδάκης κάνει ένα ταξίδι στη μνήμη, από τότε που  γεννήθηκε, νιώθεις να βρίσκεσαι στα σκληρά χρόνια  λίγο πριν μπει η δεκαετία του ’30: « Ο Αριστείδης ο αφέντης μου, έκαμενε δέκα κοπέλια, έξε αρσενικά και  τέσσερις κοπελιές: εμένα,τον Τηλέμαχο,το Μύρω,τον Ανάστο,τον Κωστή και τον Πανάγο, κι ύστερα τη Μαρία, την Ελένη,την Καλλιρρόη και τη Σεβαστή που πόθανενε στην  Πατσό πριν λίγα χρόνια…

Πάνω στους άγριους θάμνους, επιβλέποντας τα πρόβατά του.

 Έκαμενε κι άλλο ένα θηλυκό αλλά το βγάλανε απ’ την κοιλιά τση μάνας μου ποθαμένο. Εγώ εγεννήθηκα το 1927 και πήγα μια τάξη στο σκολειό. Ύστερα με έπεψενε ο αφέντης μου στα πρόβατα γιατί ήμαστονε μεγάλη οικογένεια και πως ‘θελα ζήσομε; Από τότες η ζωή μου είχενε πολύ κόπο, πείνα και κακομοιριά. Ετρώγαμε για να μεγαλώσομε χαρούπια και ρόβι. Ίντα να σου πω!»                                     

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΟΥΛΗΣΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΡΙΧΝΩ…»

  Τι ζωή κι αυτή!  Ολόκληρα εβδομήντα οκτώ χρόνια είναι κάθε μέρα στις ίδιες  στράτες και σήμερα το κοπάδι του αριθμεί τετρακόσια πρόβατα. Οι αντιστάσεις του έχουν μειωθεί  και γι αυτό πήρε στη δούλεψή του δυο Πακιστανούς: « Μου λένε πως τσι λένε Αλήδες , ξέρω ‘γω  ίντα διάολο  ‘ναι! Ο ένας είναι 19 χρονώ’ πουτάνας κοπέλι(!) αλλά είναι πονηρός και ψεύτης. Δεν πάει καλά, δεν καταλαβαίνει, έχει πουτανιάσει και δεν αρμέγει  ο μεσκίνης!  Του ‘χω κάμερα και μένει, έχω και τον άλλο στο υπόστεγο μη μου πάρουνε τα οζά, τον ταϊζω, τον ποτίζω, τον καλικώνω και του παίρνω και δυο πακέτα τσιγάρα τη μέρα. Του δίνω και το μηνιάτικό του…

Ούλη μου η ζωή είναι στα πρόβατα και τσι πλια φορές εκειά ξωμένω. Θαρρείς πως κάνω και ύπνο; Ίσα-ίσα να κοιμηθώ μια ώρα…»

  Όμως σ’ αυτή την πολύχρονη ζωή του βρέθηκε τώρα, στα 85 του χρόνια, να υποφέρει από τις μεγάλες δυσκολίες που έφεραν οι δανειστές. Και αυτές τις δυσκολίες, όσο σκληροτράχηλος  κι αν είναι, τις νιώθει. « Βγάνω κάμποσους  τόνους κεράσα κι οφέτος απομείνανε στα δεντρά  γιατί δεν τα ρωτά άνθρωπος», λέει.

  Του λες για τη σημερινή εξαθλίωση του πληθυσμού και σε γυρίζει στα κατοχικά χρόνια: «Έζησα στην κατοχή, ήμουνε κοπέλι και μ’ είχαν αγγελιοφόρο οι ομάδες. Μα το Θεό η κατάσταση είναι κακή και στα πρόβατα είναι διαλυμένη. Θέλω να πουλήσω τα οζά και δεν βρίχνω, θέλω να πουλήσω τα κεράσα και δεν βρίχνω, δίνω το γάλα και δε μου δίνουνε φράγκο, μου πήρανε και πενήντα αρνιά. Απού μπορεί κι απάνω του είναι στσι καιρούς μας…»

«Μια φορά επέτουνε με τα πουλιά, μα εδά εγέρασα…»

  Τι κι αν πέρασαν, όμως, τα χρόνια! Τα πρόβατα είναι ολόκληρη η ζωή του και τα νοιάζεται σάμπως είναι παιδιά του. Σου μιλάει για τούτα τα ζωντανά,   και  σου λέει πως ποτέ δε σκέφτηκε να τα αποχωριστεί,παρά μόνο όταν  θα τους χωρίσει ο θάνατος…

  Κι  ενώ στο Γερακάρι κάμποσοι έχουν στις αγροτικές  και  κτηνοτροφικές δουλειές τους μετανάστες από το  Πακιστάν, ο Αλή  έτρεξε στο δρόμο που πορεύονταν τα ζωντανά. Ήδη, σ’ αυτό το ιστορικό χωριό ζουν και εργάζονται στο Πανωχώρι, στο Κατωχώρι και στον Αγκαθέ εφτά τουλάχιστον « μελαμψοί αναμαζωξάρηδες» και ο γέροντας Μπολιουδάκης, ο Κυπαρίσης πήρε το δρόμο για το κοπάδι του. Χωρίς να θέλει τίποτε άλλο από τη ζωή του, θα με ξεπροβοδίσει με τη φράση: «Να γατές κοπέλι μου, πως μια φορά επέτουνε με τα πουλιά, μα εδά  εγέρασα. Ε  είμαι και 85 χρονώ’. Ίντα θες κι ίντα γυρεύεις!»