Top Menu

Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Κανένα σπίτι δεν έχει μόνο ένα παιδί!

καλονύχτι παιδιά οικογένεια σπίτι

Στη σκιά της κληματαριάς απολαμβάνουν τον καφέ τους οι ξένοι επισκέπτες στο καφενείο  της κυρίας Ευαγγελίας Γαλερού

Ω μεγάλη μάνα στο Καλονύχτι με τα βλαστάρια σου! Εσύ τα γεννάς, τα μεγαλώνεις και τα κρατάς κοντά σου και μεγάλα και δεν σε αποχωρίζονται, λες και τα βυζαίνεις με το «καλονυχτιανό γάλα». Είναι σπουδαίο ότι αυτά τα παιδιά δεν αφήνουν τον γενετήσιο τόπο, γιατί πήραν ανάσες και γαλουχήθηκαν στο χώμα και στην πέτρα του και δεν έχουν στοιχεία  μικροαστισμού κι έπαρσης… 

Σ' αυτό  το χωριό με τους διακόσιους ανθρώπους, στην πλειονότητά τους αγροτοκτηνοτρόφους, στα δυτικά του Ρεθύμνου δεν είναι μόνο οι… νύκτες καλές, που ενδεχομένως κάποιος  να καταλάβει! Λαμπρές είναι  και οι ώρες με το φως της μέρας, γιατί κυριαρχεί πέρα από το πράσινο και η ζωντάνια…

Οι Καλονυχτιανοί  δείχνουν άνθρωποι με καλοκαγαθία και λεβεντιά, λατρεύουν τον τόπο τους και δεν τον εγκαταλείπουν. Και ίσως αποτελεί πρωτοτυπία ότι δεν υπάρχει οικογένεια σε τούτη τη γη, που να αριθμεί μόνο ένα παιδί! Όλες, μα όλες,  έχουν στα μέλη τους από δυο και  πάνω έως  και οκτώ, έτσι που κάποιοι χαριτολογώντας να λένε, πως « ορισμένοι έχουν χάσει το λογαριασμό!»

Τι ευτυχία στην πλατεία, που  μαζεύονται ίσαμε και εβδομήντα μικρές ψυχές τα απογεύματα… Σκέφτεσαι πως οι πόρτες εδώ δεν πρόκειται  να κλείσουν, όπως συμβαίνει  σε άλλα χωριά, κι ας έκλεισε το δημοτικό σχολείο. Οι κυβερνητικές επιταγές πριν δυο χρόνια με μικρόνοες πολιτικές προς … εξοικονόμηση πόρων, μετέφεραν το σχολείο στη Γωνιά.

Και επέλεξαν να αφήσουν ανοικτό στο Καλονύχτι μόνο το νηπιαγωγείο γιατί «οι άνθρωποι εδώ γεννοβολούν» και μάλλον «δεν τους ταίριαζε να το κλείσουν». Οι κάτοικοι, προς  πείσμα των καιρών και των «σύγχρονων αντιλήψεων» έχουν το δικό τους μετράδι στη σκέψη: Επενδύουν στο έμψυχο δυναμικό και σ’ αυτό προσβλέπουν…

Το πρωινό του καλοκαιριού είχε προχωρήσει και, κάτω από τη σκιά της βαρυφορτωμένης κληματαριάς του καφενείου της κυρίας Βαγγελιώς Γαλεράκη, μια παρέα ξένων που αναζητούσε να βάλει στις αποσκευές της «τα εσώψυχα της παλιάς Κρήτης», απολάμβανε τον καφέ της.

Η καφεπώλισσα, μια υψηλόσωμη  αντρογυναίκα, που φύσηξε ο αέρας και την… πέταξε από τους Αθανάτους Ηρακλείου στο Καλονύχτι, προσπαθούσε να συνετίσει τον ατίθασο εγγονό της. Τον παρατηρούσε μεγαλόφωνα  και  αυστηρά, χαρίζοντάς του και τη σχετική… ποινή για να είναι πιο προσεκτικός, να υπακούει  και να μην το επαναλάβει. Οι παιδαγωγοί θα έλεγαν ότι  «ήταν ψυχική και σωματική κακοποίηση», όμως στα χωριά της Κρήτης  γνωρίζουν κάποιες φορές αυτούς τους τρόπους… επιστημονικής προσέγγισης τέτοιων περιστατικών, κι ας τους χαρακτηρίσουν βάναυσους ή βάρβαρους…

καλονύχτι γαλερού παιδιά
Η καφεπώλισσα αφού σέρβιρε τους πελάτες, πίνει τον καφέ της παρέα
με τον Καλονυχτιανό γαμπρό και για πολλά χρόνια κάτοικο, Παναγιώτη Ντάμκα.

Έδειξε να είναι μια γυναίκα με δυναμισμό «μπαίνοντας μέσα σε όλα». Με τον σύζυγό της Γιάννη ανάθρεψαν πέντε παιδιά και η ίδια απολαμβάνει σήμερα τις χαρές δεκαπέντε εγγονιών κι « ας την ταραχούν κάποια μερικές φορές».

Το καφενείο που λειτουργεί, κρύβει στα σπλάχνα του την αρχοντιά του δυτικού Ρεθύμνου. Έχει ηλικία μισού αιώνα και πλέον, και το κληρονόμησε από τον πεθερό της κι ύστερα από τον «μακαρίτη τον Γιάννη τον άντρα της». Τη ρωτάς, πόσο εύκολα προσαρμόστηκε  εκείνες τις εποχές, αν και ανατολική  στα δυτικά,  και σου απαντά με δυο λέξεις δίνοντας και την ουσία: «Και στο βουνό πάνω αν κάνεις οικογένεια θα προσαρμοστείς . Στους Αθανάτους στο χωριό μου, πήγαινα συχνά μέχρι που ζούσαν οι γονείς μου. Μετά που πέθαναν, οι επισκέψεις μου έχουν αραιώσει. Είμαι στο Καλονύχτι  από το 1967…»

ΓΥΡΙΖΟΥΝ…

Τα δύσκολα, όμως, ήλθαν και πολλοί αναγκάζονται, όπως σε τούτο το χωριό, να αφήσουν την αβεβαιότητα της μεγάλης πόλης και να επιστρέψουν στη σιγουριά. Τα προβλήματα «στην Αθήνα, την πρωτεύουσα που δυστυχεί», δεν αντέχονται. Και εδώ, όπως συμβαίνει πάντα, «ανοίγουν οι αγκαλιές στα βυζασταρούδια τους».

Ο Γιάννης Γασπαράκης, που «κοπέλι γύρεψε καλύτερη ζωή στην Αθήνα», τώρα και δώδεκα χρόνια επανήλθε  για ν’ αφήσει «την ψυχή του στον τόπο που τον γέννησε». Αλλά και πρόσφατα άφησαν την κόλαση  και οι φαμίλιες Λιβανού και των αδελφών Πατράκη. Ενώ από το 1995, άλλαξε πατρίδα και ο Παναγιώτης Ντάμκας από τη Χαλκίδα. Πείστηκε να μετεγκατασταθεί οικογενειακώς στο χωριό της συζύγου του και προσαρμόστηκε απόλυτα στα νέα πρότυπα ζωής…

γασπαράκης παιδί χωριό
Ο Γιάννης Γασπαράκης

Απέναντί σου ορθώνεται  περήφανος ο «Κρυονερίτης», θαρρείς πως θ’ αγγίξει τον ουρανό και γύρω-γύρω ο τόπος είναι κατάφυτος από βελανιδιές, χαρουπιές και πρινάρια. «Παλιά», αναπολεί ο Γασπαράκης, «στο χωριό ζύμωναν ψωμί από βελανίδια και έκαναν παραγωγή μεταξιού. Σήμερα δεν φουρνίζουν και μας φέρνουν ψωμί από την Ασή Γωνιά και τον Άγιο Κωνσταντίνο. Έρχονται και μανάβηδες…»

Κι αν στα υπερκορεσμένα αστικά κέντρα τα φαινόμενα  της πείνας και της εξαθλίωσης είναι περισσότερο εμφανή, «στο Καλονύχτι, επί  του παρόντος, ο κόσμος περνά». Ο κάθε   άνθρωπος καλλιεργεί και θρέφεται και οι νέοι παραμένουν στο χωριό, άλλοι απασχολού- μενοι στις  παραδοσιακές ασχολίες και άλλοι δημιουργώντας νέες λειτουργίες.

«Δεν πεινούμε», επισημαίνουν, «αλλά ο αγρότης έχει πεθάνει. Το λάδι, το κρέας και το γάλα δεν έχουν τιμές. Είδατε εσείς πουθενά το Κράτος, είδατε δημοτικούς παράγοντες; Αυτοί θα παρουσιαστούν παραμονές εκλογών…» .Και τότε, όπως συνηθίζεται, θα  μοιράσουν  υποσχέσεις και θα αφήσουν την υλοποίησή τους για τους επόμενους. Όπως  έχει γίνει ,ας πούμε, με το πεπαλαιωμένο δίκτυο ύδρευσης  που με το ζωογόνο αγαθό τρέχουν χώμα και  άλατα. Οπότε…