Top Menu

Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

«Κουμάντο κάνει ο Πολυχρόνης...»

Στα 92 της σε χωριό του Ρεθύμνου ευτυχησε να δει και τρισέγγονο, αλλά τώρα...

τζονεβράκη αμπελάκια πολυχρόνης τρισέγγονα

Δεν μένει ποτέ χωρίς απασχόληση η γριούλα Ελένη Τζονεβράκη. Την προηγούμενη φορά καθάριζε την ψίχα από το καρυδότσουφλο και τώρα τα φασόλια από τον φλοιό.

Από το 1920 που πήρε την πρώτη αναπνοή και μετά, είδε και τι δεν είδε! Άκουσε και τι δεν άκουσε! Φόρτωσε τον ψυχισμό της και τις μνήμες της με άκαμπτα εθνικά γεγονότα και βίωσε στο Σελί κι ύστερα στο Αμπελάκι, στη ρίζα του Βρύσινα Ρεθύμνου, φρικτές εικόνες πολέμων και καταστροφών. Γεννήθηκε και ανατράφηκε προπολεμικά με το άρωμα του καφέ, της τσικουδιάς, του κουμαριού και της παρέας στο καφενείο του πατέρα της  Θανάση Ανδρεαδάκη, και συνέχισε και παντρεμένη, μεταπολεμικά,  στον καφενέ του συζύγου της Ανδρέα Τζονεβράκη στο Αμπελάκι.  

Μια ζωή στο καφενείο, λοιπόν, η γριούλα σήμερα των 92 χρόνων  Ελένη Τζονεβράκη. Από καφενείο έφυγε στα 26 της χρόνια και σε καφενείο κατάληξε λες και «το ‘χε το ριζικό της»! Και ίσως, τότε να συνηθίζονταν, ο καφετζής να έδινε την κόρη του σε καφετζή έτσι για … «να μην αλλάξει το βασίλειο». Χρόνια σκληρά σαν την πέτρα, καιροί που ολίγοι, οι περισσότεροι επιφανείς στις μικρές και χαώδεις κοινωνίες, επικρατούσαν. Ο όχλος, η μάζα, με υποτακτικότητα κυρίως, «έβραζε στο ίδιο καζάνι»…

Την προηγούμενη φορά που συνάντησα αυτή την πολύπαθη γριούλα στο Αμπελάκι, έβγαζε  την ψίχα από το καρυδότσουφλο και τώρα που την ξανάδα, έβγαζε «τα μαυρομάτικα φασόλια» από το φλοιό. Θαύμασα τη γαλήνη και το μέγεθος της υπομονής της! Σάμπως, όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν η γυναίκα και μάνα-υπομονή;

Από το βάθος της ψυχής της αναβλύζει στα χείλη  το χαμόγελο και η καλοσύνη και καθώς την συντροφεύεις «στο ξεκαρπούλισμα των φασολιών», επιχειρείς να τη διακόψεις μα είναι αδύνατο. Αφοσιωμένη στη δουλειά της  τη  ρωτάς, σκέφτεται και σου λέει : «Είμαι το τρίτο από τα πέντε αδέρφια που ήμαστονε  κι ούλα ανατραφήκαμε απού τη κτηνοτροφία. Είχαμε και το καφενείο, απασχολούνταν οι δικοί μου και στα αγροτικά. Κάτι τις  εγίνουντανε! Επήγα  και στο δημοτικό αλλά έφταξα  μέχρι την τετάρτη τάξη και είχα δάσκαλο τον παπά Σπύρο Δημητρακάκη…»

Ήταν οι εποχές και τα χρόνια δύστροπα και περιπετειώδη και τις οικογένειες, στο σύνολό τους πολυμελείς, τις κρατούσαν «τα πρόβατα και η γη». Τα  παιδικά της μάτια  στις αρχές της δεκαετίας που γεννήθηκε,  «πνίγηκαν»  μέσα σ τη θλίψη, βλέποντας  τους ξεριζωμένους από τη Μικρασία να ψάχνουν  τη νέα γη που θα στεριώσουν. Τώρα, Αμπελάκι, Σελί και τα γύρω χωριουδάκια γερνούν κι οι γέροντες που απόμειναν, ανήμποροι πια, τρέφονται με τις αναμνήσεις και την ελπίδα σε ένα θαύμα. Και το θαύμα, ως φαίνεται, θα έλθει  σύντομα γιατί «η κατοχή  έρχεται και στα χωριά και θα είναι χειρότερη από εκείνη που περάσαμε εμείς με τους Γερμανούς. Γερμανούς δεν έχομε και τώρα;»

ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΤΡΙΣΕΓΓΟΝΟ

Αναστενάζει και πονεί  όταν φέρνει στο νου της το αστροπελέκι- αιφνιδιασμό του χωριού με το φευγιό του γιού του Τσαγκάρη, «της πρεπιάς μας», το καλοκαίρι. Και για να της αλλάξω τη διάθεση, τη ρωτώ για τη μεγαλύτερη χαρά των χρόνων της και μου απαντά: «Νιώθω τώρα τις μεγάλες χαρές που χαίρομαι  παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονο. Τι άλλο να περιμένω;». Και πράγματι, από το γάμο της κόρης της Κατίνας ευτύχησε να χαίρεται σήμερα τη ζωή πέντε εγγονιών, δέκα δισέγγονων και πριν ένα χρόνο περίπου, ενός τρισέγγονου…

-Όμως, θα δεις και άλλο εγγόνι από το τρισέγγονο-, την πειράζω. Και η γερόντισσα, έχοντας «το μυαλό μέσα στο κεφάλι», αμέσως θα  αποκρούσει το πείραγμα: «Να μην το φτάξω!  Τη ζωή μου τη βαρέθηκα, κουράστηκα, έφτασα τα χρόνια μου, πέρασα τη ζωή μου. Θέλω να φύγω, να ησυχάσω …»

Κι όταν προσπαθείς να την αποτρέψεις από τέτοιες σκέψεις, εκείνη σε βάζει στην πραγματικότητα: «Η ζωή είναι γλυκιά όταν μπορείς. Όταν, όμως, δεν μπορείς τι την θέλεις; Παρακαλώ πολλές φορές το Θεό να με πάρει να μην κουράσω άλλο παιδιά κι εγγόνια…».

-Ναι εκεί που θα πας, όμως, θα είναι καλύτερα από εδώ;- συνεχίζω να την τσιγκλώ.

«Ποιος το ξέρει; Γύρισε κανείς να μας πει; Όταν θα πάω», μου λέει κάνοντας χιούμορ, «θα κάνω μια βόλτα  ύστερα από εδώ και θα σας πω τα νέα!»

Η κουβέντα γυρίζει και πάλι στους τωρινούς δύσκολους καιρούς , στους διεφθαρμένους πολιτικούς και στο σοβαρό έλλειμμα αξιών της κοινωνίας. «Εγώ παντρεύτηκα μετά που φύγανε οι Γερμανοί, το ‘46», σημειώνει και συνεχίζει: «Μια φορά γνώριζε ο ένας τον άλλο, ο συγγενής το συγγενή! Ο σημερινός κόσμος άλλαξε κι οι άνθρωποι κάνουν άλλη ζωή. Μάλλον αποξενώθηκαν. Οι νέοι φεύγουνε από τα χωριά, πιάνουν τις πολιτείες, δεν θέλουν να δουλεύουν όπως δουλεύαμε εμείς. Αλλά πού θα πάει, θα το δεις πως θ’ αφήσουνε τις πολιτείες και θα παραλάβουνε και περιβόλια και χωράφια και πρόβατα. Στα χωριά δεν είδαμε ακόμη το ζόρι… »

ΑΠΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΩΝ

Κι όταν πια γυρίζει η συζήτηση στους σημερινούς πολιτικούς η γριά Τζονεβράκενα ξεσπά: «Κατά διαόλου μας πάνε οι πολιτικοί. Ρημάξανε τον τόπο και την πληρώνουμε χωρίς να φταίμε. Το σπίτι μας ήτανε βενιζελικό και ψήφιζα πάντα τα καλά δημοκρατικά κόμματα. Πήγα και στις δυο τελευταίες εκλογές μα δεν ξέρω αν θα ξαναπάω γιατί κάνει κουμάντο τώρα ο Πολυχρόνης! Κατάλαβες;»

Ζητώ, στο τέλος, το μυστικό της μακροζωίας της και μου λέει το απλό: πως ποτέ στα χρόνια της δεν έκανε  «κάτι το ιδιαίτερο» στη διατροφή της. «Η υγεία μου», σημειώνει, «είναι πότε έτσι πότε αλλιώς. Ήρθανε και τα χρόνια κι ότι έλθει, θα το αποδεχτώ. Αυτά είναι μέσα στη  ζωή του ανθρώπου και δεν γυρίζουν πίσω. Όπως δεν γυρίζουν και τα χρόνια…»

Φεύγοντας, άφησα τη γριά Τζονεβράκενα  να «ξεκαρπουλίζει τα μαυρομάτικα» στη λεκάνη, και να έχει παράλληλα και το μυαλό της στο καφενείο της κόρης της Κατίνας. Ο Στέλιος και η Κατίνα εκείνο το πρωί ,έφυγαν για μια επίσκεψη συγγενικού τους προσώπου στο  νοσοκομείο Ρεθύμνου. Όμως δεν πέρασαν από το καφενείο παρά δυο-τρεις χωριανοί. Το Αμπελάκι, όπως και η σεβάσμια γερόντισσα  που ήλθε κοπελούδα από το γειτονικό Σελί,  όσο περνά ο καιρός προσθέτουν χρόνια στην πλάτη. Όμως αντέχουν και στη «νέα κατοχή», γιατί η ψυχή τους είναι αλύγιστη και απροσκύνητη. Απλά υπομένουν…