Top Menu

Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Η γυναίκα που έζησε στην εποχή ... με το αλέτρι και το δρεπάνι

Αγωνίστρια και μάνα η Καλλιόπη Παπαδάκη - Παντελιδάκη

καλλιόπη παπαδάκη παντελιδάκη αλέτρι γερμανοί

Η Καλλιόπη Παπαδάκη-Παντελιδάκη στο καφενείο του γιού της Παντελή στο Φρατί

Στο ταβερνοκαφενείο του γιού της Παντελή Παντελιδάκη, στο  Φρατί Ρεθύμνου πάνω από το φαράγγι του Κουρταλιώτη, η μάνα του Καλλιόπη, όπως συνηθίζεται και σε άλλα χωριά της Κρήτης, σερβίρει τον καφέ στα ποτήρια του κρασιού!

Όταν, λοιπόν, τον φέρνει αχνιστό την πειράζεις λέγοντάς της ότι σερβίρει τον καφέ σε ποτήρια που κάνουν… βεντούζες. Η κυρία Καλλιόπη συνοφρυώνεται και σου απαντά: «Ποιο καλέ; Δεν είναι έτσι τα βεντουζοπότηρα. Έχω τέτοια ποτήρια, ειδικά για βεντούζες, αλλά έχω χρόνια πολλά να τα χρησιμοποιήσω. Είμαι της λαϊκής φαρμακευτικής και έκανα βεντούζες του Παντελή μου μόλις κρύωνε και το πρωί ήτανε περδίκι!».

Αεικίνητη πήρε το σπόρο της δουλειάς και της τυραννίας από το σπίτι της, στα μικρά της χρόνια. Η ταραγμένη δεκαετία του ’30 που γεννήθηκε, και τα αμείλικτα πολεμικά και εμφυλιοπολεμικά  χρόνια του ’40 και του ’50 που μεγάλωσε, της πλήγωσαν την ψυχή. Ο «αφέντης της ο Κωστής ο Παπαδάκης» στο Σπήλι, ο χτίστης, «ο μάστορας του πελεκιού και της πέτρας» και η μάνα της η Μαρία, μια αγωνίστρια του σπιτιού, μέσα στην εξαθλίωση μάχονταν να μεγαλώσουν τα έξι στόματα που έφεραν στον κόσμο…

Της ζητάς να γυρίσει το μυαλό της στα παιδικά της χρόνια, που δεν θέλει να θυμάται γιατί «έχουν στερήσεις και πόνο». Μπορεί να σου μιλάει ώρες για τις «φρικτές εποχές της κατοχής» στο Σπήλι, και να σου διηγείται ατέλειωτες ιστορίες  για «τους σκύλους τους Γερμανούς».

Αν και κοριτσάκι 6 χρόνων στην εισβολή, ρίζωσε στη θύμησή της η πείνα του σπιτιού με τα έξι παιδιά. «Δεν είχαμε να φάμε», θυμάται. «Ο αδελφός μου ο Μανώλης έκανε δεκαπενταμερίες στο Τυμπάκι  κι η μάνα μας αφού δεν είχαμε τίποτα άλλο να φάμε, μας έψηνε κάθε μέρα χόρτα! Ο άλλος μου αδελφός ο Μάρκος δεν τα ήθελε και τα έβαζε κάτω από το κουτσουράκι κι έμενε νηστικός. Ήτανε φτώχεια, όχι παίξε-γέλασε!».

ΑΠΟ ΤΗ ΛΥΡΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ

Το 1957, στην πορεία της για οικογενειακή αποκατάσταση, βρέθηκε στο μικρό χωριό Φρατί, πλάι στον Γιώργη Παντελιδάκη, κοπελίτσα στα 22 της χρόνια. Μετοίκησε, λοιπόν από «το χωριό της λύρας και του γλεντιού», σε ένα κοντινό που μετρούσε ίσαμε πενήντα ψυχές και «δεν άκουγες και δεν έβλεπες λύρα και τραγούδι…».

Στις εποχές της στο Σπήλι τα γλέντια και οι χοροί ήταν «ένα συνηθισμένο φαινόμενο». Υπήρχε και η μαγιά των δεξιοτεχνών, που μεγαλούργησαν αργότερα ως καλλιτέχνες. Γι'αυτό και «στο νέο της χωριό» δεν έβλεπε γιορτές και καντάδες «με τον Μαρκογιώργη και τα παιδιά του, με τον Κοντύλη, τον Καλογρίδη και τον Σκορδαλό». Σκέφτηκε πολλές φορές «τα περασμένα μεγαλεία» με τα γλέντια και τους χορούς και τα νοσταλγούσε.

Από το ’57 και μετά, καιροί βουτηγμένοι στη φτώχεια στο χωριουδάκι, έρχονται και τα δύσκολα. Θα έπρεπε να μεγαλώσουν τα τέσσερα παιδιά ο Βασίλης, ο Παντελής, η Μαρία και η Αριστέα, να δουλεύει στα χωράφια από το πρωί ως το βράδυ, να φυτεύει, να σπέρνει ακόμη και στο βουνό. «Έζησα την εποχή με το αλέτρι και το δρεπάνι και τότε δουλεύαμε και δεν παίζαμε», λέει και συμπληρώνει: «Τώρα βλέπεις να θερίζουν  και να αλωνίζουν, εκτός από μετρημένα χωράφια; Τέλειωσα, όμως, με αυτές τις δουλειές, έκλεισα τον κύκλο μου».

Αυτή η γυναίκα ζύμωσε το χώμα και το «πότισε με τον ιδρώτα και το αίμα της». Και η σημερινή αρνείται να εγκατασταθεί στο χωριό και να πάρει την στάμπα ... της χωριατοπούλας γιατί «η πόλη την κάνει ευγενή και της παρέχει τα πάντα». Η κυρία Καλλιόπη διαπιστώνει ότι  «η γυναίκα σήμερα δεν έχει μάθει να δουλεύει στα χωράφια» και γι'αυτό και «το περιβάλλον του χωριού δεν τη σηκώνει».

Όμως και αυτό το χωριουδάκι εξαντλείται χρόνο με το χρόνο. Γιατί «μικρά παιδιά δεν υπάρχουν και έχουν μείνει μόνο τα χούφταλα οι ηλικιωμένοι». Η Καλλιόπη, ωστόσο, είναι η τελευταία «εν ζωή» από τα  έξι παιδιά που αριθμούσε η πατρική της οικογένεια. Τη ρωτάς για την κοινωνία σήμερα και χωρίς περιστροφές σου αποκρίνεται:

«Υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες και καλοί και κακοί άνθρωποι, όμως μπήκαμε ξανά στη φτώχεια. Η κοινωνία είναι χάλια και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καλοί. Χάνονται οι αξίες κι αυτό είναι κακό σημάδι. Έζησα δυσκολίες αλλά από το σπίτι μου πήρα τις βάσεις και δεν φοβήθηκα…»

Βλέποντας το μαύρο χρώμα στα ρούχα της  τη ρωτάς για τα θλιβερά χρόνια της ζωής της και μένει μόνο σε ένα: «Έζησα με τον άντρα μου σαράντα χρόνια περίπου και τον έχασα. Αυτό είναι το πιο θλιβερό της ζωής μου και τον αναζητώ…»