Top Menu

Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Γιατί δεν πρέπει να καπνίζουμε μέσα στο αυτοκίνητο;

Το παθητικό κάπνισμα, στο οποίο υποβάλλονται οι επιβάτες μέσα στο αυτοκίνητο, είναι πιθανό ότι αποβαίνει επιβλαβές για την υγεία τους, ιδίως για τα παιδιά.

κάπνισμα αυτοκίνητο παθητικό επιβλαβές παιδιά

Το κάπνισμα μέσα σε ένα αυτοκίνητο, ακόμα και αν τα παράθυρα ή ο κλιματισμός είναι ανοιχτά, δημιουργεί ρύπανση του αέρα που υπερβαίνει τα επίσημα όρια ασφαλείας του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.

Τα παιδιά που κάθονται στο πίσω κάπνισμα, όταν κάποιος καπνίζει στις μπροστινές θέσεις, εκτίθενται σε αυτή τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, σύμφωνα με τη μελέτη.

Όπως είπαν οι Βρετανοί επιστήμονες, τα παιδιά είναι πιο ευαίσθητα επειδή αναπνέουν με ταχύτερο ρυθμό, έχουν λιγότερο ανεπτυγμένο ανοσοποιητικό σύστημα και δεν μπορούν να αποφύγουν το παθητικό κάπνισμα. Έτσι, κινδυνεύουν από δύσπνοια, άσθμα, ωτίτιδες κ.α.

Οι ερευνητές από τη Σκωτία, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «Tobacco Control», σύμφωνα με το BBC, έκαναν μετρήσεις επί ένα τριήμερο στη διάρκεια 85 διαδρομών με αυτοκίνητο, διάρκειας δέκα λεπτών έως μίας ώρας. Στις μισές περίπου διαδρομές ο οδηγός κάπνισε έως τέσσερα τσιγάρα.

Οι επιστήμονες κατέγραφαν με ειδική συσκευή στο πίσω κάθισμα το επίπεδο της ποιότητας του αέρα. Όπως διαπιστώθηκε, τα μικροσωματίδια μέσα στο αυτοκίνητο ήσαν κατά μέσο όρο 85 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, ποσότητα υπερτριπλάσια του μέγιστου επιπέδου των 25 μg/κυβ.μέτρο που συστήνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ανάλογα με τον αριθμό των τσιγάρων που κάπνιζε ο οδηγός, αυξανόταν και το επίπεδο των σωματιδίων, που έφθαναν κατά μέσο όρο έως τα 385 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο -σε μια περίπτωση μάλιστα άγγιξαν τα 880 μg/κυβ.μ.

Ακόμη και όταν ο οδηγός κάπνιζε μόνο ένα τσιγάρο και μάλιστα με ανοιχτό το παράθυρο, τα επίπεδα των μικροσωματιδίων, που εισχωρούν στους πνεύμονες, ήσαν πάλι πάνω από το όριο ασφαλείας. Αντίθετα, στις διαδρομές που ο οδηγός δεν κάπνιζε, τα σωματίδια δεν ξεπερνούσαν κατά μέσο όρο τα 7,4 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα, δηλαδή ήσαν πολύ κάτω από το όριο ασφαλείας.