Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Έφυγε απ'την πατρίδα του για να γίνει ... βοσκός στην Κρήτη!

Ο Ιμραάν θα πάρει και «κατσούνα» στα όρη - Έφυγε από το Πακιστάν για να ανέβει στις βουνοκορφές!

ιμραάν βοσκός μαγκούρα πακιστανός

Ο Ιμραάν μόλις κατέβηκε από τη βουνοκορφή και με τα ελλιπή ελληνικά του προσπαθεί να  συνεννοηθεί στο καφενείο του χωριού

Ο Ιμραάν είναι ένα παλικάρι 25 χρονών, που ξεκίνησε από την Τζακότ του Πακιστάν αναζητώντας μια ζωή μακριά από τις συγκρούσεις και τη μιζέρια. Και η μοίρα του τον έβγαλε στις κορφές κοντά στο περήφανο Κρυονερίτη και τον έκανε βοσκό. Αν παραμείνει ο μελαμψός, μπορεί να εφοδιαστεί την ποιμενική «κατσούνα», να βάλει το κεφαλομάντηλο των Κρητικών, να θέσει στην πλάτη το «βουργιάλι», παραδοσιακό σάκο των κτηνοτρόφων, και κάποια στιγμή να… καλλιεργήσει και μουστάκι. Και γιατί όχι να ενταχθεί και στον πληθυσμό τους και να λέει και… μαντινάδες.

Ό,τι και να γίνει, πάντως, τώρα είναι ο μοναδικός μετανάστης ανάμεσα στους εκατό μικρούς και μεγάλους του χωριού Καλή Συκιά, που το σύνολο των ανθρώπων επιβιώνει κατά κύριο λόγο από τα «κουράδια». Είναι ο ξεχωριστός μαυριδερός, που δείχνει από απόσταση την εθνικότητά του και στη μικρή κοινωνία που υπάχθηκε θα πρέπει «θέλοντας και μη να προσαρμοστεί» στα νέα ήθη, διαφορετικά εκεί, τα «μαύρα πουκάμισα» δεν αστειεύονται!

Τι ζητά, όμως, ο Ιμραάν μέσα στους πονεμένους, στους λιγοστούς γέροντες και γερόντισσες εκεί στα ορεινά στα νότια, που είδαν τη φρίκη τις πρώτες μέρες του Οκτωβρίου του 1943 κι η ψυχή τους στάζει ακόμη αίμα από το ολοκαύτωμα; Ψάχνει κι αυτός ότι έψαχναν και οι χιλιάδες δυστυχείς Έλληνες όταν ξενιτεύονταν για «μια μπουκιά γλυκό ψωμί» στα εργοστάσια και τις φάμπρικες της Αμερικής και της Γερμανίας. Είναι και αυτός ένας περιπλανώμενος ξένος, που αναζητά μέσα στους ξένους λίγη… ταλαιπωρημένη πατρίδα να ακουμπήσει και να νιώσει τη ζεστασιά της…

Η ευρύτερη περιοχή μοιάζει με ένα τεράστιο λαχανόκηπο, που μαζεύει τους μετανάστες όπως τα σαλιγκάρια στην πρώτη ψιχάλα βροχής! Οι εξαθλιωμένοι γύρω-γύρω στα μισοπεθαμένα χωριουδάκια ακροβολισμένοι, ίσως να περνάνε και τους εκατό. Τη μέρα χάνονται λες και τους καταζητούν και τη νύχτα βρίσκονται σε καθορισμένους τόπους και μιλάνε για τη δουλειά, τα αφεντικά, τη ζωή και την πατρίδα.

Οι πιο πονηροί θα καταστρώσουν τα σχέδια τους και μερικοί θα δώσουν «τη μίζα στον αρχηγό» που τους βρήκε δουλειά, όπως συμφώνησαν. Αν, πάλι, κάποιος αθετήσει τη συμφωνία, θα βγουν τα μαχαίρια, όπως συχνά συμβαίνει, και το χωριό «θα σταθεί στο πόδι» και θα μπει στη μέση για να επανέλθει η ηρεμία.

ΠΟΛΥΧΡΟΝΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Η διαβίωσή τους είναι άθλια, η διαμονή τους ελεεινή και ξεφεύγει από τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Τι άλλο να αναμένουν οι δυστυχείς; Κι όμως αυτούς τους δύσμοιρους θα στοχοποιήσουν οι ιδεολόγοι της μαυρίλας, θα τους κυνηγήσουν, θα τους τρομοκρατήσουν, θα τους χτυπήσουν και θα τους τραυματίσουν για να φύγουν και να κυριαρχήσει η νέα… άρεια φυλή.

Ακόμη κι όταν χρειαστούν αίμα οι νεοναζί θα βάλουν διαχωριστικές γραμμές! Γι'αυτό και ο κάθε μελαμψός όταν κληθεί από τον οποιονδήποτε «τρέμει σαν το ψάρι» και το πρώτο που βάζει στη σκέψη του είναι ότι «έφτασε η ώρα του αναγκαστικού επαναπατρισμού και η επιστροφή στην κόλαση».

Όταν ξεκίνησε ο Ιμραάν στα 20 του χρόνια, το ταξίδι ζωής από την Τζακότ είχε πειστεί ότι θα μπει στη «γη των… παραδείσων» και ο ατζέντης δουλέμπορος που τον μετακίνησε με κάμποσους συμπατριώτες του αμείφθηκε αδρά, ταξιδεύοντάς τους με ένα σαπιοκάραβο μέσα στη νύχτα σε γαλήνια νερά.

Πρώτος σταθμός η Κύπρος και μετά από 4,5 χρόνια η Αθήνα που έμεινε για δέκα μήνες κι ύστερα η Κρήτη και το χωριουδάκι Μιξόρρουμα Ρεθύμνου που κάθισε ένα τρίμηνο που είχε δουλειά. Μετά πάλι στην αναζήτηση και ένα μήνα τώρα εντάχθηκε στη κτηνοτροφική κοινωνία της Καλής Συκιάς που είναι άγνωστο «για πόσο θα τον κρατήσει». Ίσως κάποιους μήνες ή και χρόνια!

Του φωνάζεις και έρχεται τάχιστα και πρόθυμα, όμως, με έκδηλα τα σημάδια του φόβου. Ίσως στον Άγιο Παντελεήμονα και στις «φωλιές» των μεταναστών στην πρωτεύουσα, η ζωή να κινούνταν καθημερινά ανάμεσα στην ανάγκη της επιβίωσης και στον τρόμο που έσπερναν οι εισβολείς επιβολής της έννομης τάξης. Το Κράτος απουσίαζε και παραχώρησε με την απουσία του αρμοδιότητες σε αυτόκλητους… υπερασπιστές της τάξης και της νομιμότητας!

Ο Κρητικός που τον έχει στη δούλεψή του, πρωτίστως προσφέρει στον 25χρονο Πακιστανό, ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης πάνω στο βουνό, σε ένα στεγασμένο χώρο δίπλα στο υπόστεγο που έχει τα πρόβατά του. Μόνος του εκεί διαχειρίζεται τη ζωή του και όταν χρειαστεί θα υπερασπιστεί το κοπάδι που φροντίζει, αν και στις κορφές της Καλής Συκιάς «μυρίζει μπαρούτι» και οι κακοποιοί δεν φτάνουν…

ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ…

Τα ελληνικά του Ιμραάν δεν είναι επαρκή και με κάποιες δυσκολίες συνεννοείται. «Στο Πακιστάν δεν είναι καλά», λέει και σου δίνει να καταλάβεις πως οι συγκρούσεις δεν έχουν τελειωμό. «Εγώ πάνω στο βουνό είμαι καλά, έχω χαρτιά και είναι καλός άνθρωπος το αφεντικό. Φίλους εκεί πάνω έχω τα πρόβατα». Πίσω από τις φράσεις του κρύβεται η αβεβαιότητα για το αύριο και ούτε ο ίδιος γνωρίζει ποιός θα είναι ο επόμενος τόπος που θα κάνει τη νέα στάση της ζωής του.

Ο ένας και μοναδικός μετανάστης στο χωριό, επί του παρόντος, παρουσιάζει διαγωγή που δεν ενοχλεί και οι άνθρωποι δεν ενοχλούνται από την παρουσία του. Στα κοντινά χωριά, όμως, διαβιούν κάποιοι άλλοι που έμαθαν να κινούνται «σε υπόγειες διαδρομές» και οι χωρικοί που τις αντιλήφθηκαν, κάπως όψιμα, τους έδειξαν το δρόμου εξόδου.

Για παράδειγμα, χάνονταν κατά καιρούς ένα ή δυο αρνάκια ή εξαφανίζονταν από τα κοτέτσια οι κότες ή τα κουνέλια γίνονταν… λαγοί! Οι απώλειες, τους έβαλαν σε υποψίες και οι μελαμψοί έχαναν το χρώμα του και έπαιρναν πόδι από το χωριό…

Κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής που είχαν στα κοπάδια τους μετανάστες από τη Συρία, το Μπαγκλαντές ή το Πακιστάν είπαν στο MadeinCreta ότι «κατά καιρούς έχαναν ένα ή δυο πρόβατα ή αρνιά, αφανίζονταν οι κότες τους και τα κουνέλια και όταν πια βεβαιώθηκαν ότι τις κλοπές τις έκαναν οι αναμαζωξάρηδες τους έδιωχναν κακήν κακώς».

Οι πονηροί σκαρφίζονταν πολλούς τρόπους για να μη γίνονται αντιληπτοί και τους τρόπους τους είχαν διδαχτεί σε ... φροντιστηριακά μαθήματα ομοεθνών τους.

Τίποτα παραπάνω δεν ζητούσε εκείνη τη μέρα ο Ιμραάν. Κατέβηκε για λίγο στο χωριό για μια σύντομη απασχόληση, και γύρισε στο βουνό κοντά στα πρόβατα που του δίνουν το μεροκάματο της επιβίωσης. Πέρασε άλλη μια μέρα πάνω στη βουνοκορφή κάνοντας επικλήσεις στο θεό του, τον Αλλάχ, να τον κρατήσει στην κρητική γη και στο κοπάδι…