Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Από παιδάκι ... στα γκρεμνά των φαραγγιών!

Η φύση είναι ζωή…

φασκόμηλο δίκταμο παπαδογιαννάκης γκρεμνά

Ο Μανώλης Παπαδογιαννάκης γνώρισε το δίκταμο και τη φύση στα φαράγγια μικρό παιδάκι. Τώρα είναι ένας αμετανόητος εραστής της.

Ο καιρός πέρασε και στον πιτσιρίκο των 8-9 χρόνων, η αγάπη για τη φύση και τα  βοτάνια της δεν έχει στερέψει! Μοιάζει με την πρώτη ερωμένη που σου'χει σημαδέψει την ψυχή στις άγριες βουνοκορφές του Κουρταλιώτικου και του Φρατιανού φαραγγιού!

Γι'αυτό ο Μανώλης Παπαδογιαννάκης, άντρας και οικογενειάρχης πλέον στο Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου, σπανίως με το φως της μέρας θα βρεθεί στο σπίτι του, χειμώνα ή καλοκαίρι. Όλες τις εποχές του χρόνου το βουνό κι η φύση κάτι θα του δώσουν απλόχερα! Μόνος του θα βρεθεί στα φαράγγια και στα γκρεμνά και θα ψάχνει το δίκταμο ή τη φασκομηλιά, ή τη μαλοτίρα! Δε θα εμπορευτεί το φαρμακευτικό φυτό, μα θα το μαζέψει για το σπίτι του ή θα το χαρίσει σε φίλους και συγγενείς… Είναι μία τρέλα γι'αυτούς του άλλου είδους εραστές!

Θα ανέβει και ως τις Μαδάρες και είναι ξεκάθαρος για το «κόλλημά» του με την αγριάδα του βουνού: «Έλεγα πως και πόλεμος να γίνει, η φύση θα με ζήσει και θα με κρατήσει ζωντανό. Και από τη φύση θα ζήσω άλλους τριάντα! Με τη φύση δεν έκοψα ποτέ επαφή. Με ηρεμεί και με κάνει να αυτοπροσδιορίζομαι…»

Και πώς εννοεί αυτό τον αυτοπροσδιορισμό, που έχει σχέση με τη γαλήνη της ψυχής και το εσωτερικό ταρακούνημα; Είναι σαφής: «Φεύγοντας, επιδιώκω να ξεφύγω από τα φθαρτά του αστικού κέντρου και να εξαφανιστώ, έστω για λίγες ώρες από τον «πολιτισμό» του. Να βγάλω από τη σκέψη μου  την καθημερινότητα και τα προβλήματά της. Στο βουνό κάνω παρέα με τον εαυτό μου κι αν δω κανένα φουριάρικο η κάποιο άγριο πετούμενο!  Τα γκρεμνά θα μου δώσουν  με χουβαρντοσύνη τα αγαθά τους , και το χωράφι τα χόρτα του και τα άλλα είδη υγιεινής διατροφής…».

Όμως, όλος αυτός ο έρωτας προέκυψε στον Παπαδογιαννάκη από τα μικρά του χρόνια στο Φρατί  κοντά στο Λιβυκό πέλαγος. Τότε, που παρέα μα το Γιώργο τον αδελφό του ανέβαιναν σαν αγρίμια αναζητώντας «τα θαυματουργά βότανα». Αυτά που δεν φύτρωσαν και μεγάλωσαν από το ανθρώπινο χέρι, αλλά η γη τα έβγαλε από το σκοτάδι των σπλάχνων της για να δουν το φως του ήλιου!

ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ…

Ο μικρός Μανωλάκης τότε, κινηματογραφούσε στον εγκέφαλο του κι αυτές τις αποδράσεις, και τις έκανε αργότερα ταινία αναμνήσεων και την προβάλλει λεκτικά συχνά σε «φίλους από τα παλιά». Έτσι μυήθηκε στο κυνήγι των θεραπευτικών βοτάνων, ψάχνοντας πάντα «το άγριο και καθαρό και όχι το ιμιτασιόν που παρουσιάζεται στα διάφορα μαγαζιά ως γνήσιο».

«Τότε, λοιπόν, έχοντας κληρονομήσει από τους γονείς μας τον τρόπο ζωής στο χωριό, αναγκαστικά δεχτήκαμε τις επιρροές τους», λέει και συνεχίζει: «Μιλάμε τώρα για τα χρόνια 1968-70 και ο αδελφός μου σκαρφάλωνε σαν αγριοκάτσικο μέχρι εκεί που φτάνουν τα αγριοκάτσικα. Πω, πω τον είχα φοβηθεί! Αλλά και τώρα ακόμη, βαστά γερά στις αναρριχήσεις. Μαζεύαμε το δίκταμο, το καθάριζε η μάνα μας και το πουλούσε στο μαγαζί του Κοντογιάννη στην οδό Σουλίου στο Ρέθυμνο και στου Σταμάτη του πρωτοχορευτή το κουρείο στο Σπήλι. Έβγαζε ένα καλό μεροκάματο κι έπαιρνα κι εγώ κάτι ως βοηθός του… Από τότε το δίκταμο έγινε το βότανο της ζωής μου…».

Όμως, στην  αναζήτηση του …ορεινού και εύγευστου ροφήματος, σημειώνονται κατά καιρούς και ατυχήματα και κάποια  παλαιότερα, δυστυχώς, είχαν στερήσει και ζωές. Τότε, λοιπόν, είπαν ότι «το δίκταμο που θεραπεύει, κάποιες φορές σκοτώνει» ή «τα λεφτά είχαν αίμα», γιατί οι κυνηγοί του γκρεμοτσακίστηκαν από τη βουνοκορφή ψάχνοντάς το. Και η αλήθεια είναι, πως και τον Παπαδογιαννάκη «μερικές φορές τον έλουσε κρύος ιδρώτας ή βρέθηκε σε αμηχανία βλέποντας το βάραθρο…».

«Μεγάλο και άμεσο κίνδυνο δεν έχω δει», σημειώνει. «Γενικά στη φύση τα καταφέρνω σε αντίθεση με το σπίτι, που έπεσα «από χάμω εις χάμω» και έσπασα το χέρι μου. Η φύση δεν εκδικείται ποτέ αν δεν την προκαλέσεις!». Και ο αναρριχητής δεν την προκαλεί αλλά την σέβεται, και κάνει την επισήμανση: «Στην εξοχή όταν πάψω να πηγαίνω, θα έχω χάσει τη μισή μου ζωή γιατί της ανήκει ένα μεγάλο μέρος της…».

φασκόμηλο δίκταμο παπαδογιαννάκης γκρεμός
Το δίκταμο που μάζεψε σε μικρά σακουλάκια.