Επικαιρότητα
Άρθρογραφία
Ψυχαγωγία

Ποιος ρωτά τους λιγοστούς;

Οι κάτοικοι στο Γιαννιού ζουν στη μοναξιά τους ... και περιμένουν

κάτοικοι γιαννιού μοναξιά

Η Στέλλα Γαρτζολάκη, με τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της στου Γιαννιού.

Τι να πουν η Αντιγόνη, η Μαρία, η Ασπασία, η Ειρήνη, ο Γιώργος σ'αυτή τη μικρή οικιστική φωλιά της Γιαλιάς στα νότια, στον οικισμό Γιαννιού Ρεθύμνου; Αλλά πιότερο, τι έχουν να πουν όλοι εκείνοι, που μέρα - νύκτα όλο το χρόνο πασχίζουν να θανατώσουν τη μονοτονία τους και ψάχνουν μια διαφορετικότητα, που θα δώσει ένα άλλο τόνο και μια άλλη έννοια στην καθημερινότητά τους;

Τις θερμές μέρες του καλοκαιριού, κάποιοι από τους κατοίκους σ'αυτό το χωριουδάκι - μια σταλιά, είναι απόδημοι κι ήλθαν να πάρουν τη  δροσιά της γης που τους γεννοβόλησε! Αλλά οι άλλοι, ίσαμε είκοσι-τριάντα, τάχθηκαν να το κρατούν ζωντανό μέχρι να υπάρχουν. Και τί άλλωστε να περιμένουν αυτοί οι φύλακες; Ασφαλώς δεν περιμένουν τίποτα, γιατί βαρέθηκαν τόσα χρόνια να είναι στο «περίμενε».

Πράγματι, εκείνες οι μέρες στην πλήξη της μοναξιάς ήταν βασανιστικές. Είναι σαν «τσιγάρο ατέλειωτο, βαρύ», που λέει και το άσμα!  Συνήθισαν, πλέον, να πορεύονται κάθε μέρα στο μονότονο δρόμο, που σαν σε στρατόπεδα σκλαβιάς δεν τους ρωτάει άνθρωπος για την ποιότητα της ζωής τους, για τους ανάγκες τους, για τα όνειρά τους στο πρεβελιώτικο φαράγγι.

Κι όταν κάποιος επισκέπτης ανηφορίσει προς τα εκεί, στο νησιώτικο δρομάκι της πιάτσας, οι λιγοστοί που κάθονται έξω από τα  σπίτια τους, θα τον σιγοσχολιάσουν, θα τον περιεργαστούν επισταμένως κι ύστερα τα γνωστά περί καταγωγής, εργασίας, αποστολής του στο χωριό και τα σχετικά…

Το καφενείο-κατοικία της Φανουργάκενας μένει ανοικτό και δέχεται τους πάντες. Όμως, συνήθως, δεν έχει πελάτες!

Κάποιοι, κυρίως ξένοι περιηγητές, που ψάχνουν τη γνησιότητα της Κρήτης, την καλοκαιρινή περίοδο φτάνουν στου Γιαννιού. Θα το περπατήσουν, θα ερευνήσουν τον κοινωνιολογικό του ιστό, θα πιούν την τσικουδιά τους και θα προσπαθήσουν να συνεννοηθούν με τους ανθρώπους εκεί, έστω και με νοήματα! Σ'αυτόν τον παραδοσιακό καφενέ βλέπεις, σχεδόν πάντα, μόνο το Στέλιο τον καφετζή, που ελλείψει δουλειάς, ξεφυλλίζει τα πρωινά την τοπική εφημερίδα.

Το 2003 δυο παιδιά έριξαν στο ταχυδρομικό κουτί ένα γράμμα με παραλήπτη τον τότε δήμαρχο Φοίνικα και του ζητούσαν να τους φτιάξει μια παιδική χαρά και ένα σκέπαστρο στάσης του λεωφορείου. Το γράμμα δεν έφτασε ποτέ στο δήμαρχο, ή γιατί δεν ξεκλείδωσε ο ταχυδρόμος το κουτί ή γιατί δεν πήγε στο χωριουδάκι επειδή δεν είχε κάποιο γράμμα για εκεί.

Όμως, το μεγάλο πρόβλημα των μετρημένων κατοίκων ήταν ότι έμεναν για μήνες μακριά από την ενημέρωση και την ψυχαγωγία από τα τηλεοπτικά κανάλια, λες και είναι …χανσενικοί. Οι δέκτες για πολύ καιρό  πρόβαλαν στις οθόνες ... χιόνι. Την Αντιγόνη την έβγαζε πολλές φορές στο κλάμα. Ε, δεν είναι και μικρό πράγμα να στερείσαι το μοναδικό μέσο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας μέσα στην καθημερινή πλήξη!

Και μέσα σ'αυτό το πικρό περιβάλλον, μια νεαρή μάνα, η Στέλλα Γαρτζολάκη τώρα και οκτώ χρόνια, από τότε που έχασε αναπάντεχα τον άντρα της υποχρεώθηκε να έχει το ρόλο και της μάνας και του πατέρα για να αναθρέψει τα τέσσερα παιδιά της. Κι αυτή η μάνα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, έχει τη στόφα της παλιάς Κρητικιάς μάνας, που δείχνει πλήρη αφοσίωση στα παιδιά της…